Corfu Museum

Petsalis: Collection Of Corfu Island,Greece documents

Από το Ολοκαύτωμα μέχρι τη Μεταπολίτευση: η ζωή στην Κέρκυρα διαφορετικών εποχών

00:00:00/01:26:21
Από το Ολοκαύτωμα μέχρι τη Μεταπολίτευση: η ζωή στην Κέρκυρα διαφορετικών εποχών
 
 

 
 

Segment 1

Η συμβίωση με τα εβραιόπουλα

00:00:00 - 00:07:50


Λοιπόν θα μας πείτε το ονοματεπώνυμό σας;

Ναι, λέγομαι Αργυρώ Χαλιδιά, γεννήθηκα το 1952 στο Χλωμό Κέρκυρας.

Να πούμε ότι εγώ είμαι η Καρολίνα Μιχαλοπούλου, ερευνήτρια για το Istorima και βρισκόμαστε σήμερα στις 22 Μαρτίου του 2021 στην Κέρκυρα, με την κυρία Αργυρώ και είμαστε έτοιμες να ξεκινήσουμε. Λοιπόν, τι θα μας λέγατε κυρία Ρούλα; Να σας λέω Ρούλα;

Ναι, ναι. Θέλω να πω για τα παιδικά μου χρόνια.

Βεβαίως.

Τα οποία ήτανε πικραμένα θα έλεγα, διότι οι γονείς τότε, εκείνη την εποχή, το ‘52 που γεννήθηκα εγώ, κάναν ανεξέλεγκτα παιδιά τα οποία μετά βέβαια δεν μπορούσανε να τα ταΐσουνε, να τα σπουδάσουνε, να φάνε σωστά τα παιδιά και ζούσανε, που θα λέγαμε, σε άσχημες συνθήκες. Οπότε εμένανε, όταν πήγα 3 χρόνων με δώσανε σε κάτι θείους, οι οποίοι δεν είχαν παιδιά, με την προϋπόθεση ότι μεγαλώνοντας θα μπορέσω αυτούς τους ανθρώπους να τους γηροκομήσω που λέγαμε. Δηλαδή ένα είδος υπηρέτριας, η οποία θα μεγάλωνα βέβαια μέσα στο σπίτι τους και όταν θα πήγαινα 10-11 χρονών που θα τελείωνα και το Δημοτικό σχολείο, γύρω στα 12, θα ξεκινούσα να κάνω τις δουλειές του σπιτιού και όλα τα υπόλοιπα που έπρεπε να κάνει μία νοικοκυρά. Να μαγειρεύω, να πλένω, να ράβω κι όλα αυτά. Στην πορεία όμως, αγαπήθηκα τόσο πολύ από αυτούς τους δύο ανθρώπους, πήρα τόσο πολλή αγάπη που εύχομαι σε κάθε παιδί στη ζωή του να πάρει αυτή την αγάπη που πήρα εγώ από τους δύο αυτούς ανθρώπους. Κάθε φορά λοιπόν, όπου τους λέγανε ότι: «Πρέπει να μάθω νοικοκυριό, να μάθω να κάνω δουλειές, να μάθω να κάνω στο σπίτι», έλεγε και ο θείος και η θεία ότι: «Έχει χρόνο μπροστά του το παιδί και καλά είναι να κάτσει να παίξει. Δεν είναι σωστό από τώρα να μαθαίνει δουλειές γιατί πότε θα ζήσει τα παιδικά του χρόνια;». Έτσι μεγάλωσα στη συνοικία της Εβραϊκής. Εδώ στην Εβραϊκή συμβιώναμε απόλυτα αρμονικά με τα Εβραιόπουλα, τα οποία πηγαίναμε μαζί σχολείο, στο 1ο Δημοτικό πήγαινα εγώ σχολείο, και μαζί μου ερχότανε και πάρα πολλά παιδιά τα οποία ήτανε από Εβραϊκές οικογένειες. Ήμασταν πολύ αγαπημένα, παίζαμε τα παιχνίδια της εποχής εκείνης, κουτσό, κυνηγητό, διάφορα τέτοια που ήτανε στην εποχή μας και ήτανε πάρα πολύ ωραία η εποχή. Εν τω μεταξύ και οι οικογένειες οι δικές τους ήταν οικογένειες που μάθανε τότε την τέχνη της στρωματοποιίας, δηλαδή κάνανε στρώματα και παπλώματα οι γυναίκες, οι γονείς τους δηλαδή οι μανάδες τους και μαθαίνανε και πάρα πολλές γυναίκες Κερκυραίες αυτή την τέχνη, που μετά πήγαιναν σαν υπάλληλοι στις δουλειές των Εβραίων αυτών. Λοιπόν, όμως υπήρχε και μία που θα λέγαμε δεισιδαιμονία; Μας λέγανε δηλαδή κάποια πράγματα που γινότανε μέσα στην εκκλησία τους, χωρίς να είναι αλήθεια βέβαια αυτά τα πράγματα, απλά μας τα λέγανε για να μην πηγαίνουμε εμείς, όπως παραδείγματος χάρη: «Μην μπείτε μέσα στην εκκλησία γιατί από κάτω υπάρχει ένας σταυρός και σας βάζουνε να τον πατάτε». Αυτά δεν ήταν αλήθεια, ήταν όλα ψέματα και μας τα λένε για να μας φοβίζουνε, μικρά παιδιά τώρα 4-5 χρόνων 6, ακούγαμε αυτά τα πράγματα. Βέβαια και εμείς μεγαλώνοντας αφού ήμαστε πολύ αγαπημένοι με τα παιδιά, δεν τα πιστεύαμε, σιγά σιγά. Υπήρχε μία γιορτή που κάνανε λοιπόν οι Εβραίοι, όπου φέρνανε πάρα πολλά φρούτα από την Παλαιστίνη. Μπανάνες, λωτούς, διάφορα φρούτα εξωτικά, που δεν υπήρχανε στην Κέρκυρα τότε και κυρίως οι μπανάνες, δεν υπήρχανε τότε μπανάνες. Πού και πού κανένας που εργαζόταν σε κανένα καράβι που πήγαινε Ιταλία και έφερνε καμιά μπανάνα. Εμείς δεν είχαμε, δεν τα τρώγαμε αυτά τα πράγματα. Λοιπόν, κατά το Πάσχα το ελληνικό, αυτοί είχανε μία γιορτή δική τους, δεν θυμάμαι πώς λεγότανε τώρα αυτή η γιορτή, και φέρνανε πάρα πολλά, δηλαδή κιβώτια με τέτοια φρούτα. Εμείς τα ζηλεύαμε αλλά φοβόμαστε να μπούμε και μες στην εκκλησία, γιατί μας είχαν κάνει το κεφάλι έτσι και δεν θέλαμε. Οπότε οι φίλοι μας οι οποίοι ήταν Εβραίοι μπαίνανε μέσα, παίρνανε λωτούς και μπανάνες και μας τα φέρνανε έξω και μας τα χαρίζανε. Φυσικά τα βάναμε στην τσέπη, δεν παίρναμε πάρα πολλά, δύο μπανάνες, ένα λωτό, τέτοια πράγματα. Και μας φέρναν τέτοια και τρώγαμε και αισθανόμαστε πάρα πολύ ευχάριστα και δεν τα λέγαμε και στο σπίτι ότι: «Μας φέραν αυτά τα φρούτα», γιατί φοβόμαστε αφού μας λέγανε όλα αυτά τα πράγματα. Έτσι λοιπόν μεγάλωσα σε αυτή τη γειτονιά με πολλή, πολλή αγάπη με πολλή φιλία, με... Και έχω ακόμα αυτούς τους φίλους τους Εβραίους, οι οποίοι άλλοι έχουν παντρευτεί στη Θεσσαλονίκη, άλλοι έχουν παντρευτεί στην Κέρκυρα και έχουμε κρατήσει πάρα πολύ μεγάλη φιλία ακόμα και τώρα. 

Θυμάστε να υπήρχαν περιστατικά ρατσισμού ή πικρία μετά τον πόλεμο και όλα αυτά;

Ναι, υπήρχε ρατσισμός γιατί τα παιδιά αυτά δεν κάνανε θρησκευτικά μαζί μας.

Πώς ήταν, βγαίναν απ’ την τάξη;

Δηλαδή φεύγανε τα παιδιά. Προσπαθούσανε και οι δάσκαλοι για να μη δημιουργείται πρόβλημα. Υπήρχε δηλαδή μία... Δεν ξέρω ή έτυχε και έπεσα εγώ σε καλούς δασκάλους, δεν το ξέρω αυτό να σας το πω, αλλά βάζανε πάντα τα θρησκευτικά την τελευταία ώρα οπότε τα παιδιά σχολάγανε, αυτά τα Εβραιόπουλα, και πηγαίνανε στο σπίτι τους. Όμως ήταν οι εποχές αυτές που εμείς είχαμε Πάσχα τη Μεγάλη Παρασκευή που έπρεπε να βγούμε στον Επιτάφιο και οι πιο γέροι μας λέγανε: «Σήμερα είναι Μεγάλη Παρασκευή, δεν πρέπει να τους μιλάτε γιατί αυτοί σκότωσαν τον Χριστό». Δηλαδή προσπαθούσαν να μας περάσουν αυτό το ρατσιστικό πράγμα. Που τα παιδιά τι φταίγανε; Είχαμε την ίδια ηλικία, ήτανε 10 χρόνων εγώ, 10 χρονών και εκείνα. Ξέρανε τι ακριβώς συνέβη και τότε εκείνα τα χρόνια επί του Ιησού και έτσι; Πού να τα ξέρουνε; Λοιπόν, οπότε Μεγάλη Παρασκευή και έτσι που το Μεγάλο Σαββάτο, της Αναστάσεως που έπρεπε να ντυθούμε, να πλυθούμε, να βγούμε με την Ανάσταση, με τον Επιτάφιο, δεν πλησιάζαμε τα παιδιά τα συγκεκριμένα, γιατί θα έπρεπε να εξομολογηθούμε, να πάμε στην εκκλησία, να μην έχουμε πολλές επαφές με τούτα τα παιδιά. Βέβαια οφείλω να πω ότι έτυχε και δεν είχαμε ούτε ρατσιστές δασκάλους, αυτούς που βίωσα εγώ στη ζωή μου, ούτε και οι ιερείς μας λέγανε που πηγαίναμε και βγαίναμε στον Επιτάφιο: «Ξέρεις μην κάνεις παρέα με τα παιδιά, γιατί αυτοί έτσι και έτσι». Αυτά πηγαίνανε από γενιά σε γενιά και μας το λέγανε οι παππούδες μας, αυτοί μας τα λέγανε περισσότερο.

Segment 2

Η ραπτική

00:07:50 - 00:12:31


Τέλος πάντων περάσανε τα χρόνια, τα παιδιά αυτά σπούδασαν, πήγανε σχολείο. Εμείς τα παιδιά που ήμαστε πιο φτωχά και ειδικά τα κορίτσια την εποχή του ’62, 1962-'64 δεν ήταν εύκολο να πάμε στο σχολείο, γιατί έπρεπε να μάθουμε κάποια πράγματα. Δηλαδή μία τέχνη όπως κομμώτρια, μοδίστρα, μας άρεσε δεν μας άρεσε αυτό το πράγμα, επιλέγανε οι άλλοι. Εμένανε με είχανε οι θείοι μου, αλλά δεν ήμουνα υιοθετημένη, οπότε έπρεπε οι γονείς μου να δώκουνε το ok αν θα πάω στο γυμνάσιο ή δεν θα πάω. Οι γονείς μου λοιπόν δεν θέλανε, παρόλο οι θείοι μου που θέλανε πάρα πολύ να με βάλουν στην Εμπορική Σχολή που ήταν τότε και ήμουνα και πάρα πολύ καλή στα μαθηματικά. Λοιπόν, από την Εμπορική τότε όποιος τελείωνε πήγαινε κατευθείαν στην τράπεζα, δεν χρειαζότανε να τελειώσει κάποια λογιστική σχολή ή κάτι άλλο. Πήγαινε κατευθείαν στην τράπεζα, γιατί ήτανε οι τάξεις οι δύο οι τελευταίες που ήτανε 7η και 8η που λεγότανε τότε, μαθαίνανε τέτοια μαθηματικά που μπαίνανε στην τράπεζα κατευθείαν για δουλειά, δεν υπήρχε πρόβλημα κάποιο άλλο. Λοιπόν, ήρθανε τα παιδιά, ήρθε και ο δάσκαλος, οι φίλοι μου, αυτά τα Εβραιόπουλα που έκανα παρέα. Ήτανε ένας Ματαθίας, ήτανε δηλαδή αυτά τα ονόματα που ήταν τότε Εβραίοι και πολύ-πολύ φίλοι μου που έχουμε και ακόμα παρέα μέχρι σήμερα. Και παρακάλεσαν το θείο να με αφήσει να πάω και εγώ στην Εμπορική. Κάμανε μάλιστα μεγάλη θυσία, γιατί του έλεγαν του θείου μου ότι η Εβραϊκή κοινότητα από μπακάλικο επειδή ο θείος μου είχε μπακάλικο το παλιό εκείνης της εποχής θα ψωνίζανε από κει, οπότε να μπορέσω και εγώ να μπω σχολείο και να μπορέσω να τελειώσω την Εμπορική. Ο θείος μου είπε ο καημένος ότι: «Δεν είναι από μένανε που δεν θέλω το παιδί να πάει, απλά είναι οι γονείς του από χωριό και τα μυαλά τους είναι αυτής της νοοτροπίας». Και έτσι δεν με αφήσανε να πάω στο σχολείο και με βάλανε να μάθω μοδίστρα. Περιττό να σας πω βέβαια, ότι στη μοδίστρα που πήγαινα έπρεπε πρώτα να της κάνουμε όλο το σπίτι, να πλύνουμε τα πατώματα, να καθαρίσουμε και μετά να καθίσουμε να μάθουμε πώς κόβεται ένα φόρεμα, τι σχέδιο ράβεται ένα φόρεμα. Ήμασταν 12 χρονών παιδιά, ε; Να κάνουμε όλα τα ψώνια, όλα τα θελήματα, όλα αυτά τα πράγματα που σήμερα δεν διανοείσαι ένα παιδί που μέχρι τα 18 και τα 20 του παίρνεις το γάλα εκεί που είναι γιατί διαβάζει, εμείς τότε κάναμε πάρα πολλές δουλειές στη δασκάλα αυτήν που έπρεπε να μας μάθει ράψιμο. Κάποια στιγμή βέβαια περνούσανε 3-4 χρόνια και ήσουν εκεί και ακόμα μάθαινες, γιατί δεν καθόσουν από την αρχή να μάθεις το ράψιμο, έκανες και όλες τις δουλειές. Τέλος πάντων, υπήρχαν και 1-2 σχολές τότε στην Κέρκυρα που ήταν κοπτικής-ραπτικής. Αφού είχες πάει να μάθεις πρώτα το ράψιμο, μετά πήγαινες και στη σχολή, ήταν η σχολή της Κροκίδου η οποία ήτανε μία σχολή πάρα πολύ καλή. Και εκεί μάθαινες κοπτική, ραπτική, τι σχέδιο να σχεδιάζεις ένα φόρεμα. Ήτανε μία πολύ καλή σχολή. Με βάλανε, λοιπόν, οι θείοι και σε αυτή τη σχολή η οποία ήταν έξι μήνες αυτή η σχολή. Λοιπόν, μετά από ‘κει πέρα ξεκίνησα να μαθαίνω το ράψιμο, να δουλεύω στο σπίτι μου. Ήτανε μία δουλειά βέβαια που δεν μου άρεσε, καθόλου. Την έκανα καταναγκαστικά, γιατί κάτι έπρεπε να κάμω. Λοιπόν, μετά πήγα σε διάφορα μαγαζιά σαν πωλήτρια και ράψιμο μαζί, δηλαδή έκανα τα στενέματα, τα κοντέματα του μαγαζιού και πούλαγα ταυτόχρονα— 

Τότε πόσο χρονών ήσασταν περίπου;

Ήμουνα 15-16 εκεί περίπου ξεκίνησα να δουλεύω. Παίρναμε τότε θυμάμαι 1.000 δραχμές και τα ένσημά μας. Τότε, εκείνη την εποχή, τα οποία ήταν βέβαια το πιο φθηνό ένσημο που θα μπορούσες να φανταστείς.

Segment 3

Ο γάμος

00:12:31 - 00:14:01


Και βέβαια ξεκινούσε, από τα 16-17: «Κοίτα να παντρευτείς, γιατί είσαι μεγάλη. Κοίτα να παντρευτείς, γιατί είσαι μεγάλη». Αν εν τω μεταξύ είχες κι άλλες αδελφές, εγώ πίσω από μένα είχα άλλες τέσσερις οι οποίες σιγά σιγά στα 15 ξεκινήσανε και αρραβωνιαζόντανε και εμένα με βρίζανε: «Τί θα κάνεις; Θα μείνεις γεροντοκόρη;». Είχα φτάκει 17 χρονών και ήμουνα ήδη αρκετά μεγάλη.

17;

Στα 17. Ο θείος μου ο οποίος είχε ανοιχτό μυαλό και ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος δεν του άρεσε αυτό το πράγμα και μου έλεγε: «Δεν πειράζει, να ενηλικιωθείς, να φτάκεις 18 και τότε που δεν θα μπορεί κανένας να σου πει τίποτα, πήγαινε τότε στο σχολείο, γιατί έχεις την πλάτη τη δική μου». Όμως από τα πολλά πολλά που άκουγα από το σπίτι μου, δηλαδή από τους βιολογικούς γονείς, στα 18 μου παντρεύτηκα. Παντρεύτηκα, πήρα έναν άνθρωπο που δεν είχαμε καμία σχέση μεταξύ μας. Εγώ προερχόμουν από ένα σπίτι, το οποίο ήτανε νοικοκυρεμένο, είχανε πώς το λένε. Αυτός ήτανε ο γιος στην Κέρκυρα, που είχε γεννηθεί μετά από τέσσερα κορίτσια, οπότε είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει, να μην δίνει λογαριασμό σε κανέναν και να μην έχει και ευθύνες, έτσι; Αφού η γυναίκα έπρεπε να δουλεύει, τι ευθύνες να έχει; Άντε να έχει μία δουλειά και να φέρνει ένα μικρό μισθό στο σπίτι.

Segment 4

Η πρώτη γέννα

00:14:01 - 00:16:23


Κάνω το πρώτο μου παιδί, στα 19 μου χρόνια, και εγώ παιδί ήμουνα και μεγάλωνα άλλο ένα παιδί.

Να σας ρωτήσω κάτι; Γεννήσατε...; Πώς ήταν τότε; Στο νοσοκομείο; Στο σπίτι; 

Γέννησα στο νοσοκομείο με καταστάσεις τις οποίες... Βέβαια φυσιολογικά είχα γεννήσει το πρώτο το παιδί, υπήρχε ένας γιατρός αλλά περισσότερη δουλειά κάνανε οι μαίες. Ο γιατρός ερχότανε ξέρω γω το πρωί γιατί είχε δική του κλινική, είχε δικό του ιατρείο, όμως ήταν τότε ένας γιατρός ο οποίος ερχόταν και στο νοσοκομείο δύο-τρεις ώρες το πρωί αν χρειαζόταν κάποια καισαρική, τέτοια πράγματα. Και οι καταστάσεις ήτανε… Να φανταστείς ότι καθόμαστε μέσα κάπου 7-8 μέρες για μία φυσιολογική γέννα, μέσα στο νοσοκομείο. Δηλαδή δεν ήτανε τόσο εύκολα τα πράγματα όπως είναι... Και οι καισαρικές που γινόταν τότε δεν ήταν οι καισαρικές που γινότανε τώρα, που είναι κάτω χαμηλά. Γινόταν από την αρχή της κοιλιάς μου, δηλαδή από τον αφαλό μέχρι κάτω, αυτές οι καισαρικές γινότανε τότε. Δεν υπήρχανε οι καισαρικές που ακούμε τώρα, που γίνονται για δυο-τρεις μέρες και την άλλη μέρα σε σηκώνουνε. Ήτανε πιο πρωτόγονες καταστάσεις. Δεν υπήρχανε pampers για τα παιδιά, βάζαμε τρίγωνα, βάζαμε τέτοια τα οποία τα πλέναμε.

Α, πάνινα δηλαδή;

Πάνινα όλα τα οποία ήταν πετσετάκια τέτοιου είδους τα οποία πρώτα τα πλέναμε με σαπούνι, χωρίς χλωρίνη για τον πρώτο καιρό του μωρού στα 40 και όλα στο χέρι βέβαια, δεν υπήρχαν πλυντήρια και τέτοια. Να φανταστείς τώρα ένα παιδί 19 χρονών να ‘χω γεννήσει, να μην έχω σαραντίσει, κι όχι μόνο εγώ, κι άλλες γυναίκες τότε, εκείνη την εποχή. Όμως οι φίλες μου αυτές που σας λέω που ήταν Εβραίοι, είχα κρατήσει επαφές με κάποιες κοπέλες που ερχότανε και με βοηθάγανε. Και ακούγανε και το «Ξέρεις, είναι ασαράντηγο το παιδί, δεν κάνει να μπεις μέσα και είναι Εβραία και δεν κάνει το σταυρό της και δεν πρέπει να μπει μέσα» και όλα αυτά που άκουγες από τη νόνα, από τον πάππου, από τα μυαλά. Και μιλάμε τώρα για το 1970, δεν μιλάμε για το ’40, μιλάμε για το ‘70.

Segment 5

Οι κυνηγημένοι Εβραίοι του '40

00:16:23 - 00:19:27


Εν τω μεταξύ πάρα πολλά μαγαζιά εδώ στην εδώ στη συνοικία αυτή, την Εβραϊκή ήτανε που σηκώσανε το ‘44 του Σταύρου την ημέρα, 1944, έγινε βομβαρδισμός στην Κέρκυρα με τους Γερμανούς και ήρθανε και μαζέψανε όλους τους Εβραίους, δηλαδή γονείς από κάποια παιδιά, γιαγιάδες, παππούδες και τους πήγανε στην Κάτω Πλατεία και είχανε μαζευτεί πάρα πολλές χιλιάδες και τους πήρανε τότε με καράβι από δω και τους πήρανε μετά στη Γερμανία με το τρένο και τα λοιπά. Λοιπόν, αυτοί τότε στην απόγνωση τους, αν είχαν πολύ καλή σχέση με κάποιους χριστιανούς ορθόδοξους, τους δίνανε πολλά χρυσάφια και τους τα φυλάγανε. Ή άλλοι βγάζανε κάποιες πλάκες από τα μαγαζιά που δουλεύανε τότε που κάνανε τα στρώματα και από κάτω κρύβανε χρυσαφικά. Δηλαδή υπήρχε περίπτωση όπου ήρθε ένας ο οποίος έζησε, Εβραίος, και ήτανε μία πλάκα σε ένα λίγο πιο πάνω από δω πέρα που είχε αρτοποιείο και αυτή η πλάκα πάντα κουνιότανε και κανένας δεν είχε βρεθεί ποτέ να βάλει λίγο τσιμέντο, κάτι εκεί γύρω γύρω από—, κουνιότανε αυτή η πλάκα. Οπότε ήρθε αυτός ο Εβραίος που έζησε από τη Γερμανία και ήρθε στην Κέρκυρα και τους λέει: «Με συγχωρείτε, εδώ κάτι έχω αφήσει» και σηκώνει αυτή την πλάκα που κουνιόταν και από κάτω υπήρχε ένα τενεκεδένιο από κείνες τις ντομάτες «Πελαργός» που υπήρχε τότε και ήτανε γεμάτο χρυσαφικά, με λίρες, με τέτοια πράγματα εκείνης της εποχής. Ο οποίος ο άνθρωπος ήταν δικά του, τα πήρε και έφυγε, όμορφα και ωραία.  Και βέβαια αυτοί όλοι, κάποιοι βέβαια από αυτούς όχι όλοι, οι περισσότεροι όμως είχαν και πάρα πολλά πιάνα. Πιάνα δηλαδή που παίζανε, που ήτανε ανθρώποι οι οποίοι είχαν μάθει μουσική με αυτά και τα πούλαγαν, τα δίναν στους στάβλους τότε αυτά τα πιάνα για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί, να φάνε. Και τα δίνανε έτσι, δεν… Τι να του κάνει το πιάνο του αλλουνού όταν δεν είχε να φάει; Τέλος πάντων. Και βέβαια και κάποιες Εβραίες βαφτιστήκανε χριστιανές για να αποφύγουν να τους πάρουν αιχμαλώτους στην Γερμανία. Έζησε τέτοιες καταστάσεις στην Κέρκυρα. Δηλαδή υπήρχανε γυναίκες τέτοιες οι οποίες παντρευτήκανε ορθόδοξους ανθρώπους υποτίθεται για να μπορέσουν να γλυτώσουνε. Και άλλοι πάλι που γύρισαν με αυτά τα γράμματα στο χέρι που γλιτώσανε από τη Γερμανία τότε που τους βάζανε αυτούς τους αριθμούς—

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Segment 6

Το δεύτερο παιδί

00:19:27 - 00:22:00


Ναι, ακριβώς. Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια, έκανα το πρώτο το παιδί και εγώ και εντάξει δεν ήτανε τόσο εύκολη η ζωή μου. Δούλευα ό,τι μπορούσα στο σπίτι. Λίγο ράψιμο, λίγο κέντημα, λίγο πλέξιμο, ό,τι μπορούσα για να μπορώ να συνεισφέρω κάτι στο σπίτι. Είχα τους θείους μου οι οποίοι ήταν πάντα κοντά μου. Με προσέξανε, με προσέχανε, μου λέγανε: «Βγες παιδί μου λίγο έξω και το παιδί θα το κρατήσουμε εμείς». Μεγάλωσε και το παιδί μου με πάρα πολλή αγάπη, με πάρα πολλή αγάπη από τους θείους. Και κάποια στιγμή ξαναμένω έγκυος μετά από... Εν τω μεταξύ στο διάστημα αυτό ξαναμένω έγκυος, δεν μου κάνανε εγκαίρως καισαρική, γιατί το παιδί ήταν αρκετά μεγάλο και έχασα και το παιδί. Έκανα την καισαρική εδώ στην Κέρκυρα στο νοσοκομείο, κόντεψα να πεθάνω, γιατί άργησαν και άργησε να πάει οξυγόνο στο κεφάλι του παιδιού και το παιδί το ‘χασα. Δηλαδή την ώρα της γέννας. Και ήταν πολύ τραγικό να κατεβαίνεις από το νοσοκομείο χωρίς παιδί. Να έχεις φάει και την καισαρική και να μην έχεις και το παιδί. Τουλάχιστον τράβηξα τα όσα, να μην έχω το παιδί; Περάσανε τα χρόνια, άρχιζε να δυσκολεύει και η κατάσταση μέσα στο γάμο μου. Κάποια στιγμή όμως ξανάμεινα έγκυος και μετά από λίγο διάστημα, γιατί είχα αυτή την παλιά καισαρική που σου είπα που ξεκινάει έτσι και δεν μπορούσαν να με αφήσουν να φτάκω στον 9ο μήνα, οπότε στον 7ο μήνα μου κάμανε την καισαρική για να ζήσει το παιδί. Έζησε το παιδί και είναι το δεύτερο κοριτσάκι που έκαμα και ευχαριστώ το Θεό που μου τη χάρισε, γιατί πραγματικά δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι ο Θεός ανάμεσα σε ό,τι πέρασα μου έστειλε αυτό το παιδί για να μου απαλύνει και το θάνατο του προηγούμενου παιδιού, αλλά και πραγματικά να έχω κάτι για τα… Όχι για τα γεράματά μου με την έννοια ότι θα μου δώσει ένα ποτήρι νερό, αλλά να το βλέπω να προοδεύει, να κάνει κάτι στη ζωή του, που σήμερα έχει ένα δικό του φροντιστήριο και το ‘φτιαξε με το τίποτα, που λέμε, και εγώ την καμαρώνω και η αδερφή της και όλοι γενικά ας πούμε στην οικογένεια, χαιρόμαστε πάρα πολύ. 

Segment 7

Τα παιδιά του οικοτροφείου και το ξύλο

00:22:00 - 00:30:31


Ένα άλλο χαστούκι που έφαγα στη ζωή μου ήταν όταν πέθαναν οι θείοι. Οι οποίοι μέχρι που χώρισα και είχα το παιδί μου πάρα πολύ μικρό, το δεύτερο, περίπου δύο χρονών, ο θείος μου μού έλεγε ότι: «Πήγαινε σχολείο τώρα, ξαναπήγαινε σχολείο τώρα», ήτανε πολύ έτσι ανοιχτός άνθρωπος, πολύ γλυκός άνθρωπος, και αυτός και η γυναίκα του πολύ γλυκιοί ανθρώποι. Τελειώσανε και αυτά τα χρόνια, το παιδί μου μεγάλωσε και το δεύτερο. Η πρώτη η κοπέλα έμαθε πάρα πολλές γλώσσες γιατί στην Κέρκυρα είναι κάτι που σου δίνει εφόδια. Έμαθε Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά η πρώτη μου η κόρη. Και η δεύτερη ήθελε να τελειώσει Γαλλική Φιλολογία, το ήθελε από την αρχή, δηλαδή από μικρή που ήτανε 8-10 χρονών, έλεγε: «Εγώ θα γίνω δασκάλα Γαλλικών». Λοιπόν, τελείωσε και πήγε στη Θεσσαλονίκη και πήγε εκεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο που μπήκε το παιδί και εκεί είχα ακόμα Εβραιοπούλες οι οποίες είχαν φύγει από δω και είχανε παντρευτεί στη Θεσσαλονίκη. Οπότε με το που πήγαινα στη Θεσσαλονίκη τις έβρισκα, με φιλοξενούσανε, δηλαδή είχαμε κρατήσει μεγάλη αγάπη και έχουμε κρατήσει μεγάλη αγάπη μέχρι τώρα που γεράσαμε, που φτάκαμε 69 χρονών. Δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβω από το σπίτι μου και να περάσω από δω και να μη δω τους φίλους μου, οι οποίοι θα μου πούνε: «Έλα θα πιούμε καφέ εδώ στην καφετέρια». Τώρα βέβαια είναι ο Covid, δεν μπορούμε, αλλά εντάξει.  Λοιπόν, πέρασα όλα αυτά τα χρόνια εδώ στη ζωή μου τα οποία ήταν δύσκολα, ναι μεν γιατί υπήρχε μία φτώχεια, ήτανε μεταπολεμική περίοδος. Η Κέρκυρα ήταν πάρα πολύ όμορφη, δηλαδή με πολλά λουλούδια, ευωδίαζε ο τόπος, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα γινότανε ένα πράγμα, το οποίο ήτανε φανταστικό. Το σχολείο που πηγαίναμε εδώ πάνω στο 1ο Δημοτικό ήτανε οι αυλές, μυσχομύριζαν λουλούδια, υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα. Οι δάσκαλοι ασχολούνταν με τα παιδιά. Εν τω μεταξύ εκείνο που ξέχασα να σας πω ήτανε ότι επάνω στο 1ο Δημοτικό εκτός από μας τα παιδιά, ερχότανε και τα παιδιά μιανού ιδρύματος που ήτανε οικότροφα. Δηλαδή ήτανε παιδιά τα οποία ήτανε ή ορφανά από πατέρα, γιατί είχανε σκοτωθεί στον πόλεμο ή παιδιά τα οποία είχε μείνει ανάπηρος ο πατέρας και δεν μπορούσε να εργαστεί, στον πόλεμο πάλι. Ή παιδιά τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους γονείς, δεν είχαν να τους δώσουνε να φάνε. Δεν ήταν το ορφανοτροφείο, ήτανε οικοτροφείο, δηλαδή εκεί μέσα υπήρχανε αγόρια, μόνο αγόρια, δεν υπήρχανε και κορίτσια. Λοιπόν εκείνο που μου έκανε εντύπωση και ήταν πάρα πολύ τραγικό και μιλάμε τώρα για το ’68; ’67; Περίπου εκεί. Ερχόταν αυτά τα παιδιά με διαβολεμένο κρύο, με πάρα πολύ κρύο, με κοντά παντελόνια —δεν είχανε— και το ύφασμα ήταν αυτό το λεγόμενο ντρίλι που λέγαμε, δηλαδή ήταν ένα ψιλό ύφασμα. Πώς είναι τώρα το τζιν; Το καλοκαιρινό όμως, το ψιλό, αυτό. Είχανε βέβαια χοντρές κάλτσες αυτές τις χακί, πώς έχουν οι στρατιώτες; Κάτι αρβυλοπάπουτσα, μποτάκια τα οποία γλιστρούσες εδώ και έφτανες εκεί κάτω. Γιατί από κάτω είχαν τα λεγόμενα πέταλα, για να μη χαλάνε τα παπούτσια, τους βάζανε κάτι πέταλα πίσω και μπροστά και τα οποία αυτά όπου εβρίσκανε πλάκες ή οτιδήποτε, γλιστρούσαν και πέφτανε τα παιδιά. Από κει πέρα ήτανε παιδιά που πηγαίνανε πρώτη Δημοτικού μέχρι τα παιδιά που τελειώνανε την έκτη Δημοτικού και τα οποία τα περισσότερα τα απορροφούσαν σε διάφορα εργοστάσια στα Γιάννενα. Που ήτανε εργοστάσια από ξύλα, εργοστάσια από ράψιμο, εργοστάσια τέτοια. Υπήρχανε και 2-3 παιδιά, δηλαδή στα 100 παιδιά βγαίνανε και 3 παιδιά τα οποία ήτανε, τους άρεσαν τα γράμματα και προχωρούσαν και τα βάζανε στο Γυμνάσιο. Αυτή ήτανε η έτσι... Τα παιδιά πεινάγανε βέβαια αυτά γιατί το πρωί πίνανε κάποιο τσάι με ψωμί, το μεσημέρι βέβαια τρώγανε κάποιες μερίδες φαγητό. Εν τω μεταξύ έπρεπε να βγούνε να κάμουνε τη γυμναστική τους, γυμνά από τη μέση και πάνω, το κτίριο που μέναν ήταν ακριβώς απέναντι από τη σκάλα του Δημάρχου. Δηλαδή όπως πάμε στην παραλία της Γαρίτσας, εκεί ήταν ένα κτίριο παλαιό και εκεί μέσα μέναν τα παιδιά. Δεν ξέρω αν είχαν κάποια σόμπα το χειμώνα μέσα και τα λοιπά. Ήτανε η μαγείρισσα, η οποία τα αγαπούσε, τα φρόντιζε, τα έκανε ό,τι μπορούσε, ένας παιδαγωγός ο οποίος δεν είχε δικά του παιδιά, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο από παιδαγωγική. Κάποια παιδαγωγική είχε μάθει δεν ξέρω πώς και τι και ποιο. Ο οποίος δεν ήταν όμως ούτε στοργικός άνθρωπος, τρώγανε πάρα πολύ ξύλο τα παιδιά αυτά, με μία αταξία. Δηλαδή σου ‘λεγε: «Πόσες χαρακιές θέλεις;» είχαν ένα χάρακα και βαρούσαν στο πετσί.  Και εμείς τρώγαμε βέβαια από τους δασκάλους, γιατί κάναμε ένα λάθος στην ορθογραφία, γιατί δεν είπαμε καλά την προπαίδεια, γιατί αυτό. Υπήρχε ο χάρακας. Δεν υπήρχε: «Αγάπη μου διάβασε το και έτσι και αύριο θα είναι όλα μία χαρά». Όχι. Έτρωγες ας πούμε 6 ξυλιές, γιατί έκανες 6 λάθη στην ορθογραφία, έπρεπε να φας 6 ξυλιές για να φτάκεις στο 10. Με κρύο, να είναι φουσκωμένα τα χέρια σου από το κρύο και να τρως και 6 χαρακιές, σου πρηζόντανε τα χέρια και σου γινόνταν κάπως. Σκέψου αυτά τα παιδιά τι τραβάγανε τα οποία τρώγανε ξύλο και στα πόδια που ήτανε γυμνά. Και όλα αυτά, δηλαδή οι καταστάσεις που ζούσαμε εμείς τότε, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό το πράγμα. Που εγώ δεν πέρασα αυτές τις καταστάσεις του ξύλου μέσα στο σπίτι μου. Δηλαδή οι θείοι μου με αγαπούσανε, δεν με δέρνανε, ο θείος μου προσπαθούσε με κουβέντα να μου πει το καθετί. Ήμουνα ένα παιδί πολύ... Έτσι με πολλή συζήτηση, που θα λέγαμε. Ενώ υπήρχανε τα άλλα τα παιδιά τα οποία τρώγανε αλύπητο ξύλο. Ξύλο που τρέχανε αίματα από τη μύτη, από τα αυτιά, από οπουδήποτε και σου λέει: «Θα γίνει άνθρωπος. Με αυτό τον τρόπο θα γίνει άνθρωπος».  Και σήμερα έχω φτάσει 69 χρόνων, παίρνω μία σύνταξη η οποία δεν είναι πάρα πολύ μεγάλη γιατί οι εργοδότες δυστυχώς σου βάνανε ένα υποτυπώδη ένσημο, όχι ολόκληρο, δηλαδή δούλευες 12 ώρες και έπαιρνες μία ημιαπασχόληση, γιατί δεν ήσουνα ειδικευμένη. Δεν είχες και κάποιο χαρτί, ότι είσαι νταντά παιδιών ή οτιδήποτε άλλο και έτσι σου βάζανε κάποιο, οπότε παίρνω μία μικρή σύνταξη. Βέβαια, Δόξα τω Θεώ, έχω τα παιδιά μου τα οποία είναι πάρα πολύ καλά, με προσέχουν, με αγαπάνε. Και το ‘χω ρίξει τώρα στη χειροτεχνία. Κάνω τσάντες, κάνω ό,τι μπορώ άλλο έστω και να τα χαρίζω σε κάποιους άλλους. Κάνω φίλους που θα λέγαμε, δηλαδή χαρίζω μία τσάντα και έχω την παρέα μου, έχω τους φίλους μου εκεί. Και έχω βέβαια και τα παιδιά μου αλλά μου αρέσει, αγαπώ πολύ το σπίτι μου, έχω μείνει στην Εβραϊκή, έχω καταφέρει και έχω ένα δικό μου σπίτι, γιατί οι θείοι μου αυτοί μου άφησαν ένα κτήμα το οποίο το έδωσα και ήθελα πάντα να πάρω ένα σπίτι να είμαι κοντά στις παρέες μου, στα παιδιά. Αλλά και τα παιδιά αυτά, οι Εβραίοι, παρόλο που αποκτήσανε λεφτά, αποκτήσανε, έχουνε μείνει τα απλά παιδιά, οι φίλοι μου που ήμαστε και τότε. Αυτό.

Segment 8

Σχολική και παιδική ζωή

00:30:31 - 00:34:12


Να σας ρωτήσω κάτι άλλο; Σας είχε τύχει, θυμάστε έτσι κάποια μέρα να σας είχανε βάλει εσάς στο σχολείο να σας είχανε χτυπήσει; Δηλαδή, τι θυμάστε από την σχολική σας ζωή;

Από τη σχολική μου ζωή, όχι, δεν μου είχε τύχει. Υπήρχε αυτό που λέμε το bullying σήμερα. Εγώ ήμουνα το πιο κοντό παιδί του σχολείου. Γιατί ήταν και ο πατέρας μου έτσι κοντός, πάρα πολύ κοντός. Λοιπόν, και εγώ ήμουνα πάρα πολύ κοντό παιδάκι, το πιο κοντό. Παρόλο ότι κάναμε παρέα με παιδιά τα οποία έρχονταν εκεί πάνω, δηλαδή υπήρχαν πολύ πλούσια παιδιά, τα παιδιά του Μάνεση θέλω να σου πω τώρα ένα όνομα το οποίο ήτανε πάρα πολύ πλούσιοι άνθρωποι που είχαν στο ενεργητικό τους και πάρα πολλούς εργαζόμενους, έτσι; Έτρωγε ψωμί ο κόσμος στα σπίτια τους. Παρόλα ταύτα εκείνο το bullying που άκουγα εγώ εκείνη την εποχή ήτανε που με λέγανε στο κοντό, ας πούμε: «Βενιαμίν. Είσαι ο Βενιαμίν», δηλαδή είσαι το πιο μικρό από όλα τα παιδιά. Δηλαδή δεν άκουσα ποτέ: «Κοντοστούμπα» ή κάτι άλλο. Δηλαδή αυτό το άκουγα ναι μεν από έξω. Όχι από το σχολείο μου, όχι από το σχολείο μου, ποτέ. Απέξω, μπορεί κάποιο παιδί, αγόρι ξέρω γω να μου ‘λεγε: «Είσαι κοντοστούμπα, είσαι έτσι, είσαι έτσι» αλλά μέσα στο σχολείο δεν υπήρχαν. Και θεωρώ ότι παίξανε πολύ ρόλο και οι δάσκαλοι που είχαμε τότε. Δηλαδή δεν ακούστηκε ρατσιστικό σχόλιο ούτε για τα παιδιά των Εβραίων, ούτε για τα καθολικά παιδιά, γιατί είχαμε και καθολικά παιδιά επάνω στο σχολείο, δεν ακουγόντανε δηλαδή: «Α, εσύ είσαι καθολικός και εμείς είμαστε ορθόδοξοι και εμείς έχουμε την πλειοψηφία εδώ μέσα» ή «Εσύ είσαι Εβραίος» ή τέτοια. Δεν τα επιτρέπανε οι δάσκαλοι, παίζαμε όλα τα παιδιά μαζί και δεν ακούγαμε. Ένα-δυο παιδιά λίγο πιο άτακτα και τα λοιπά ή εμένανε ξέρω γω ήταν κάποιες ψηλές κοπέλες, οι οποίες με παίρνανε αγκαλιά: «Έλα εδώ Βενιαμίν να σε πάρω αγκαλιά», ας πούμε. Αυτό ήταν το μόνο έτσι που άκουγα. Αυτό το άσχημο bullying που ακούμε σήμερα, το ξύλο ούτε σε μένα έτυχε, στα 6 χρόνια που πέρασα από Δημοτικό από έτσι, ούτε σε άλλα παιδιά. Εν αντιθέσει που πήγαινα καμιά φορά κατασκήνωση σε διάφορα μέρη, περισσότερο στα Γουβιά που πηγαίναμε, τύχαιναν παιδιά που προσπαθούσαν να σε πνίξουνε, επειδή δεν ήξερες μπάνιο. Ή προσπαθούσαν να σε ρίξουνε στις ελιές. Ή ξέρω γω περνάγανε, ήταν μέλισσες εκεί —ειδικά στο Μπαρμπάτι— υπήρχε πάρα πολύ έτσι σε θυμάρι τέτοιο και μαζευόταν εκεί πέρα μέλισσες, να σε πετάξουν πάνω στο δέντρο που ήτανε μέλισσες και τα λοιπά. Αλλά στο σχολείο το δικό μας, ούτε και σε άλλα σχολεία ακούγαμε τέτοια πράγματα που ακούς και σήμερα ότι γίνεται bullying, ότι χτυπάνε τα παιδιά, ότι γινότανε. Δεν τα γνωρίσαμε αυτά τα πράγματα. Και φεύγαμε μετά από το σχολείο και πηγαίναμε στις γειτονιές, στις αλάνες που δεν είχαν χτιστεί σπίτια μεταπολεμικά από βομβαρδισμό και από τέτοια, δεν υπήρχανε τόσα σπίτια που είναι τώρα και πηγαίναμε στις γειτονιές παίζαμε. Δεν υπήρχε αυτό το πράγμα να σε χτυπήσει το μεγάλο το παιδί, σε προστάτευε το μεγαλύτερο παιδί μην πέσεις, μη χτυπήσεις, μην έτσι.

Segment 9

Η ζωή στην παλιά Κέρκυρα

00:34:12 - 00:37:26


Επίσης, είχαμε και το ιατρείο εμείς εδώ πέρα και αν μας τύχαινε κάτι στην πόλη μέσα της Κέρκυρας, για ένα τσιρότο, για ένα ράμμα, ξέρω γω να σου βάλουνε δυο ράμματα, πήγαινες εκεί και σε βοηθούσαν αν έπεφτες. Επίσης δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, έτσι; Δεν υπήρχαν, παίζαμε ανενόχλητα τα παιδιά. Δηλαδή άντε να περνούσανε 5 αυτοκίνητα από τον δημόσιο δρόμο, δηλαδή από την Ευγενίου Βουλγάρεως που έχουμε τώρα, που ήτανε δρόμος που περνούσαν αυτοκίνητα, δεν υπήρχανε. 5 αυτοκίνητα, 6 αυτοκίνητα, 2 φαρμακεία, αυτά υπήρχαν, δεν υπήρχε δηλαδή αυτή η πληθώρα που βλέπουμε τώρα.

Θέλετε να μας πείτε λίγο για την ζωή έτσι, σε αυτή την παλιά την Κέρκυρα; Δηλαδή τώρα μας λέτε τα αυτοκίνητα ήτανε λίγα, τα βλέπατε εσείς έτσι τα παιδιά και...;

Ναι, δεν υπήρχανε. Δηλαδή θυμάμαι ας πούμε ότι ήμαστε τετάρτη Δημοτικού, ήμουνα ξέρω γω 9-10 χρονών και ερχότανε ξέρω γω ο Βασιλιάς ο Παύλος την εποχή εκείνη να κάνει διακοπές στην Κέρκυρα. Μάλιστα, είχαμε γνωρίσει και την Άννα Μαρία όταν ήταν έγκυος στην Αλεξία, είχαμε πάει τα παιδάκια με τσι σημαίες κάτου να υποδεχτούμε και τα λοιπά. Λοιπόν, ο ωραιότερος δρόμος που υπήρχε τότε ασφαλτοστρωμένος και να μη χαλάει με τίποτα —όχι με τις λακκούβες που έχει τώρα, δεν χάλαγε αυτός ο δρόμος με το τίποτα—, ήτανε ο δρόμος που πάμε στη Γαρίτσα. Μέχρι το Μον Ρεπό που πήγαινε ο βασιλιάς αυτός ήταν ένας δρόμος που σου χυνότανε λάδι κάτω και το μάζευες, τόσο ωραίος και καλός δρόμος. Καθώς επίσης και όλος ο παραλιακός, εκάναμε και κάτω βόλτα το καλοκαίρι, όλοι πηγαίναμε εκεί πέρα, με λίγο πασατέμπο στο χέρι και τρώγαμε. Και το μόνο πράγμα που υπήρχε ήταν να ‘βλεπες 4-5 αυτοκίνητα από επώνυμους που υπήρχανε τότε κάποιοι Κόντηδες, κάποιοι έτσι πιο μεγάλοι, και είχανε και κάποια αυτοκίνητα. Αυτά ήταν όλα κι όλα τα αυτοκίνητα. Επίσης αγοράζαμε παγωτό. Το παγωτό ας πούμε είχε μία δραχμή, ένα παγωτό ξυλάκι είχε μία δραχμή. Αν ήμαστε 2 αδέρφια παίρναμε ένα παγωτό και ο παγοπώλης με το μαχαίρι το ‘κοβε στη μέση και τρώγαμε μισό παγωτό καθένας. Δεν είχαμε την πολυτέλεια να χαλάσουμε 2 ευρώ για να πάρουμε 2 παγωτά. Αυτό γινόταν όταν ήταν Πάσχα, τους καλοκαιρινούς μήνες, το Δεκαπενταύγουστο, έτσι. Δεν χαλάγαμε τα λεφτά έτσι. Πηγαίναμε που ήμαστε πιο μικρά, στο νηπιαγωγείο δηλαδή, με στέλνανε οι θείοι μου για να πάω να φέρω ψωμί και είχα από δω πέρα 2 ευρώ— 2 δραχμές— μία δραχμή και έλεγα: «Όλα τα λεφτά αυτά ψωμί, όλα τα λεφτά αυτά από δω τυρί». Και το έλεγα στο δρόμο: «Από δω ψωμί, από δω τυρί», δηλαδή με λίγα χρήματα ζούσαμε.

Segment 10

Ιστορία με τα παιδιά των ναυτών

00:37:26 - 00:43:31


Επίσης εκείνο που ήθελα να σου πω ήτανε ότι υπήρχε μία αγαθοεργία. Δηλαδή εκείνη την εποχή στην Κέρκυρα ερχόταν πάρα πολλά αμερικανικά καράβια. Λοιπόν, στην Κέρκυρα υπήρχανε 1-2 σπίτια που ήτανε γυναίκες που κάνανε το αρχαιότερο επάγγελμα. Λοιπόν, μία, δύο από αυτές είχανε μείνει έγκυος. Το ένα το παιδί από αυτουνούς είχε γεννηθεί σχεδόν μαύρο, όχι το μαύρο το αφρικανικό, το αράπικο, λίγο πιο ανοιχτό χρώμα. Λοιπόν αυτή η γυναίκα δεν ξέρω πώς, το κράτησε; Δεν ήξερε ότι ήταν έγκυος; Δεν υπήρχε αντισύλληψη τότε, κάνανε ότι τους λέγανε οι πιο παλιές οι πρακτικές. Σε διαβεβαιώ ότι αυτή η γυναίκα κράτησε το παιδάκι της το οποίο κάποιοι πιο μεγάλοι το λέγανε: «Το μούλικο», γιατί το παιδί αυτό ήταν, προερχόταν από μία ανύπαντρη μητέρα. Όμως οι γυναίκες γύρω γύρω την τροφοδοτούσαν αυτή τη γυναίκα κανονικά με αυτό που υπήρχε, λίγα αυγά, λίγες φακές, δηλαδή πάρα πολλές φορές η θεία μου τη φώναξε για να της δώσει μακαρόνια, έφερνε ξέρω ‘γω εντόσθια ή ξέρω ‘γω κάποιο κοτόπουλο να της δώσει κάτι για να βράσει στο παιδί της ή για οτιδήποτε. Και αυτή βέβαια εργάζονταν σε σκάλες, οτιδήποτε, σταμάτησε αυτή τη δουλειά δεν την ξανάκαμε. Μεγάλωσε αυτό το παιδί όπως… Αξιοπρεπέστατα. Το έβαλε στο σχολείο, το έβαλε σε μία τεχνική σχολή που υπήρχε τότε στην Κέρκυρα που λεγόταν Καποδίστριας και το έβγαλε ηλεκτρολόγο, μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο. Διορίστηκε το παιδί στη ΔΕΗ και παντρεύτηκε, έκανε και εγγονάκια στη γυναίκα αυτήν. Και δεν ακούστηκε: «Μην το κάνεις παρέα, γιατί δεν έχει πατέρα». Δεν ακουγότανε αυτό το πράγμα. Εμείς σαν παιδιά δεν το ακούγαμε αυτό το πράγμα μέσα στην οικογένεια. Τι λέγανε τώρα μεταξύ τους, δεν ξέρω, αλλά εμείς σαν οικογένεια μέσα στο σπίτι μου να ακούσω ότι: «Ξέρεις το παιδί το τάδε δεν έχει πατέρα, γεννήθηκε από τους Αμερικανούς» ή « Αυτή έκανε αυτή τη δουλειά» δεν το ξέραμε. Δηλαδή ήμαστε μεγάλα παιδιά και ρωτούσαμε: «Γιατί μπαίνουνε τόσοι ναύτες» δεν ξέραμε γιατί, για ποιο λόγο. Δεν το ξέραμε εμείς αυτό το πράγμα παρόλο που ήτανε σχεδόν απέναντι από το σπίτι μας και γινόταν αυτό το πράγμα, δεν το ξέραμε. Και άλλη μία πάλι, η οποία έκανε ένα παιδί με τον ίδιο τρόπο έκανε αυτό το πράγμα και κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, το κράτησε το παιδί, της το μεγάλωσε η μάνα της, οι οποίοι μένανε μαζί και αυτή άρχισε να εργάζεται, έπλενε σκάλες, σπίτια, ό,τι μπορούσε και μεγάλωσε το παιδί της το οποίο το έκανε γιατρό. Το παιδί της το σπούδασε, το έκανε γιατρό, το πάντρεψε, έχει και αυτή εγγονάκια σήμερα, έχει πεθάνει βέβαια η γυναίκα αλλά θέλω να πω ότι ήταν δύο περιπτώσεις εδώ κάτω στην Εβραϊκή τις οποίες τις ξέραμε αλλά ποτέ δεν μιλήσαμε να μην το παίξουμε το παιδί ή ήτανε παιδί του κατώτερου Θεού. Δεν το ξέραμε αυτό το πράγμα. Ερχόταν στο σχολείο, έβγαιναν μαζί μας στην παρέλαση. Ζήταγε η γυναίκα κάνα ρούχο, αν υπήρχε εκείνη την εποχή, για να βγει στην παρέλαση, ένα μπουφάν να τον ντύσει γιατί δεν είχε, ήτανε δύσκολα χρόνια. Αλλά όμως το κάναμε παρέα όπως ήταν και τα άλλα τα παιδιά. Δεν το ξεχωρίζαμε.

Ήταν αλλιώς οι άνθρωποι.

Ήτανε πιο αισθηματίες πιστεύω. Παρόλο ότι υπήρχε αυτό το πράγμα, το «Η τιμή και η δόξα» και «Πρέπει να είσαι παντρεμένη και μην κάνεις κάτι και έτσι», όμως 2 παιδιά τα οποία είχανε γεννηθεί με αυτό τον τρόπο —το οποίο το μάθαμε εμείς μετά, δεν το ξέραμε αυτό το πράγμα πώς και τί, έτσι ας πούμε— δεν τα βγάλαμε από την παρέα μας, τα παιδιά παίζανε μαζί μας, και τα 2 τα παιδιά. Και τα 2 τα παιδιά βρήκαν τόπο στην κοινωνία, δηλαδή τα χρειαζότανε στη δουλειά τους ο κόσμος, τα έπαιρνε, και το ένα το παιδί που ήταν ηλεκτρολόγος και το άλλο το παιδί το οποίο εργάζονταν και ήτανε μετά στο νοσοκομείο. Δεν το λέγαμε: «Α, το παιδί και δεν θα το κρατήσουμε». Δεν ξέρω δηλαδή σήμερα πως υπάρχει αυτή η κακία σε διάφορους, σε διάφορες οικογένειες, δεν ξέρω, που ακούς ας πούμε: «Α, είναι έτσι, α, είναι έτσι». Και επίσης δεν ακούγαμε και το άλλο, ότι αν ένα παιδί ξέρω ‘γω ήτανε, που δεν ήτανε τόσο όμορφο, που δεν ήτανε αυτό ακούγαμε τους πιο παλιούς που λέγανε: «Έχει ο Θεός την τύχη του φυλαμένη». Δηλαδή δεν ακούγαμε, να πούμε: «Α, το παιδί αυτό είναι χοντρό, είναι έτσι, είναι έτσι, είναι έτσι». Εμείς! Δεν ξέρω σε άλλα σπίτια τι γινότανε. Αλλά εμείς γύρω γύρω από τα σπίτια μας δεν το ακούγαμε αυτό το πράγμα. Αν ήταν το πιο κοντό, αν ήτανε... Και εγώ ήμουνα πάρα πολύ κοντό παιδί. Να φανταστείς ότι ο πατέρας μου ήταν σαν τον Τσάτσο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, 1,5 μέτρο με τα χέρια στην ανάταση. Αφού ήταν ο πατέρας μου έτσι, πώς θα έβγαινα εγώ ψηλό παιδί; Λοιπόν, αλλά δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι: «Ξέρεις είμαι πάρα πολύ κοντή». Καμιά φορά έλεγα: «Δεν μπορώ να φτάκω το ράφι απάνω» και έλεγα «Δεν βαριέσαι; Βάζω ένα παγκουλάκι», αυτά.

Segment 11

Η βασιλική οικογένεια στην Κέρκυρα

00:43:31 - 00:47:16


Να σας ρωτήσω, μας είπατε πριν για τον Βασιλιά. Πώς το θυμάστε εσείς; Ερχόντουσαν ας πούμε— 

Ναι, ναι. Εγώ θυμάμαι τον Βασιλιά τον Παύλο ο οποίος επειδή ήμουνα και πολύ μικρό παιδί τότε, δηλαδή ήμουνα 5-6 χρονών, τον έβλεπα και ήτανε θεόρατος. Δηλαδή ότι ήταν πάρα πολύ ψηλός, με λίγα λόγια. Και ερχότανε με τη Φρειδερίκη, τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τις 2 πριγκίπισσες δεν τις πολυθυμάμαι, αλλά τον Κωνσταντίνο τον γιο του τον θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Και όταν είχε γίνει η ένωση των Επτανήσων με τη μητέρα Ελλάδα και γιορτάσαμε εδώ τα 100 χρόνια, είχαμε βγει όλα, — ήμαστε στην έκτη Δημοτικού νομίζω πήγαινα εγώ, νομίζω τότε στην έκτη Δημοτικού πήγαινα— , ότι είχε έρθει ο Κωνσταντίνος με το ιππικό του. Και ήτανε πάνω στο άλογό του, ας πούμε, με άλλους 2 δίπλα. Και είχε έρθει τότε και ήταν ένα παιδάκι το οποίο ήταν έτσι πολύ προσιτό, χαιρόντανε και δεν μας έκανε μία άσχημη εντύπωση εμάς, ας πούμε, τότε. Τον εβλέπαμε πάνω στο άλογο και καμαρώναμε. Και τις άλλες μέρες εβγαίνανε με κάτι ανοιχτά αυτοκίνητα, ας πούμε σαν τζιπάκια, αλλά ανοιχτά από πάνω, δεν είχανε κάλυμμα, εβγαίνανε χαιρετούσανε τον κόσμο έτσι. Ο Βασιλιάς ο Παύλος του άρεσε και πήγαινε περπάτημα από το Μον Ρεπό μέχρι κάτω τη Γαρίτσα που έχουμε τώρα. Και εκεί πέρα το πρωί και το μεσημέρι κυκλοφορούσαν κάτι άνθρωποι οι οποίοι είχαν καλαθάκια με σποράκια, με φιστίκια, με τέτοια, πήγαινε και ψώνιζε. Δηλαδή έπαιρνε φιστίκια, έπαιρνε τέτοια πράγματα και «Μεγαλειότατε να σου χαρίσω το καλάθι με τα φιστίκια;», ο άλλος ο έρημος που πήγε ο Βασιλιάς να ψωνίσει, ναι. Αλλά όχι, δεν το δεχότανε. Ήτανε πάρα πολύ έτσι… Ήσυχοι άνθρωποι, πώς να σου πω; Δηλαδή ερχόταν εδώ πέρα κάθε καλοκαίρι, κάθονταν κάποιο μήνα, δεν ξέρω πόσο καιρό καθότανε να θυμηθώ, αλλά καθόταν μέσα στο Μον Ρεπό και κάνανε και βόλτες το απόγευμα, πηγαίνανε στην Παλαιοκαστρίτσα και τρώγανε αστακούς, τέτοια πράγματα. Και είχα γνωρίσει και την Άννα Μαρία, η οποία ήταν έγκυος. Ας πούμε εδώ είχε έρθει θυμάμαι, κάτω στο λιμάνι και κατέβηκε με ένα γαλάζιο φουστάνι μακρυό μέχρι κάτω, ολομέταξο. Τη φέρανε και περιμένουνε τα τζιπ να την πάρουν από δω κάτω τη Σπηλιά, να την πάρουνε στο Μον Ρεπό. Κατέβηκε δηλαδή, να τη δει ο κόσμος που είναι έγκυος, που είναι έτσι καρπερή, δεν ξέρω τι ακριβώς. 

Της είχατε μιλήσει ας πούμε εσείς;

Όχι, ήμαστε παιδάκια με τσι σημαιούλες και τις κουνάγαμε τις σημαιούλες, μας είχανε πει από το σχολείο ότι θα 'ρθει η Βασίλισσα και κανονιές και τέτοια πράγματα. Και με τις σημαιούλες κουνούσαμε «Ζητώ ο Βασιλιάς!».

Δηλαδή ο κόσμος αντιμετώπιζε έτσι εγκάρδια—

Ναι, «Ζήτω Το έθνος», «Ζήτω η γαλανόλευκη σημαία», αυτά τα πράγματα τα λέγαμε κατά κόρον ας πούμε όταν ερχότανε ο Βασιλιάς και τα λοιπά. Επίσης πηγαίνανε στην εκκλησία στη Μητρόπολη, στον Άγιο, στις μεγάλες αυτές εκκλησίες. Κλεινότανε τα πάντα όλα, ας πούμε, για να μπει ο Βασιλιάς μέσα με τη Βασίλισσα, δηλαδή τους βλέπαμε έτσι φατσικά, όχι μακριά, κοντά.

Segment 12

Οι βασιλόφρονες και η δίωξη των κομμουνιστών

00:47:16 - 00:51:42


Άρα ήταν φιλοβασιλική η Κέρκυρα, θα μπορούσαμε να πούμε.

Δεν ξέρω αν ήτανε πόσο φιλοβασιλική γιατί υπήρχαν και πάρα πολλοί κομμουνιστές οι οποίοι ήταν εξορία και… Πώς να σου πω; Δηλαδή, θυμάμαι ότι είχανε γίνει κάποιες εκλογές που ήμουνα εγώ παιδάκι και μάλιστα είχανε μαυρίσει κάποια μαγαζιά τα οποία ήτανε αριστεροί μέσα. Και οι δεξιοί— ήτανε τότε η ΕΡΕ με τον Καραμανλή το γέρο, ο οποίος έχει πεθάνει— και είχανε λερώσει όλα τα μαγαζιά με πίσσα, αυτοί που πίστευαν ότι ήταν κομμουνιστές. Δεν τους μαζέψανε τότε για την εξορία, αλλά σημαδέψανε τα μαγαζιά όλα αυτά με πίσσα. Τώρα πόσοι ήτανε οι κομμουνιστές και πόσοι ήτανε οι δεξιοί και πόσοι ήτανε οι βασιλόφρονες δεν ξέρω, πάντως υπήρχανε και βασιλόφρονες αρκετοί, ειδικά στα χωριά, ας πούμε. Στο χωριό μου θυμάμαι που όταν πήγαινα εγώ για να δω τους γονείς μου και συζητάγανε, ας πούμε, με το θείο μου ο οποίος ήταν πιο δημοκρατικός, του λέγανε: «Που πάμε Κώστα μου χωρίς Βασιλιά;». Τότε είχε πάει εξορία ο Βασιλιάς, δεν θυμάμαι τώρα τι είχε γίνει και του λέγανε ότι: «Ο λαός που δεν έχει Βασιλιά είναι πρόβατα χωρίς πειστικό», χωρίς τσομπάνη δηλαδή, τον λέγανε πειστικό εδώ στην Κέρκυρα το βοσκό, τον αρχιβοσκό, ας πούμε, εκεί πέρα. Και θεωρούσανε ότι αν δεν έχουμε τον Βασιλιά μας, ότι είμαστε λαός χωρίς να έχουμε κάποιον να μας διοικήσει. ‘Κείνη την εποχή, δηλαδή εγώ αυτά τα πράγματα τα γνώρισα, τα άκουγα, τα άκουγα ας πούμε όπως είδα και τα μαγαζιά τα οποία ήταν όλα σημαδεμένα με πίσσα μαύρη.

Θυμάστε άλλα τέτοια περιστατικά ας πούμε κατά των κομμουνιστών;

Θυμάμαι, όταν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε με τον Παπαδόπουλο, θυμάμαι επίσης ότι το βράδυ αυτό χτυπούσαν τις πόρτες εδώ στην Κέρκυρα γύρω γύρω και τους πηγαίνανε μέσα στο φρούριο, εδώ. Και την άλλη μέρα, με κουβέρτες τους λέγανε: «Θα φέρετε δύο ρούχα και 1-2 κουβέρτες» και τους παίρνανε στο φρούριο. Αυτοί όλοι μετά περνούσανε κοντρόλ: «Τί έκανες εσύ; Αν ήσουνα τότε με τους κομμουνιστές; Αν έχεις κάνει κάποια προπαγάνδα εναντίον του βασιλιά, εναντίον του κράτους;», και τα λοιπά. Όσοι ήταν πιο φανατισμένοι κομμουνιστές, πιο ας πούμε οι οποίοι είχανε μία δραστηριότητα μέσ’ τον κομμουνισμό, τους παίρναν στα ξερονήσια. Τους περνάνε στα ξερονήσια. Δηλαδή υπήρχανε τα ξερονήσια που πηγαίνανε ο κόσμος και κάποιοι οι οποίοι δεν ήταν τόσο πολύ έτσι, αυτό φεύγανε από το φρούριο, πηγαίνανε σπίτι τους, αλλά τους παρακολουθούσανε το τι κάνανε και τι δεν κάνανε. Εγώ γνώρισα πάρα πολλά τέτοια που τους πήρανε και τους πήγανε σε διάφορα ξερονήσια και μάλιστα ήταν ένας εδώ στην Κέρκυρα ο οποίος είχε φάει την εξορία με το κουτάλι που θα λέγαμε. Δηλαδή είχε μία πάρα πολύ όμορφη γυναίκα αυτός και αυτή η γυναίκα τον γνώρισε σε, είχαν κάνει και ένα παιδί, και τον γνώρισε στο τέλος της ζωής του, δηλαδή τόσο πολλή φυλακή είχε φάει αυτός ο άνθρωπος, από το ένα ξερονήσι στο άλλο, που στο τέλος ήρθε εδώ πέρα… Δηλαδή τον επήρανε γύρω στα 30 χρόνων και γύρισε εδώ πέρα 50; 20 χρόνια δηλαδή γύριζε από δω και από κει. Και τον αδερφό του, ο οποίος είχε αρτοποιείο και πηγαίναμε εμείς και ψωνίζαμε— καλά που τον παρακολουθούσανε συνέχεια τον άνθρωπο— αλλά είχε κάνει και έμπρακτη μετάνοια. Δηλαδή είχε υπογράψει ότι: «Εγώ δεν είμαι κομμουνιστής και δεν έχω καμία σχέση με τον αδερφό μου», ας πούμε. Όλα αυτά γίνοντανε.

Segment 13

Οι φυλακές του Βίδου

00:51:42 - 00:55:53


Λοιπόν, μου λέγατε για το Βίδο.

Ναι. Το Βίδο ήτανε παιδικές φυλακές, δηλαδή ήτανε φυλακές ανηλίκων. Έμπαινε μέσα ένα παιδί από 12-13 χρονών μέχρι 18 χρονών. Ήτανε τα παιδιά αυτά που τύχαινε να τα πιάσουνε να κλέβουνε… Παιδιά τα οποία… Ήταν ένα αναμορφωτήριο αλλά ήταν πέρα από την Κέρκυρα. Δηλαδή περνούσες με καραβάκι για να πας απέναντι. Υπήρχανε φύλακες, υπήρχανε δηλαδή… Και μέσα προσπαθούσαν αυτά τα παιδιά να τα μάθουνε αγροτικές δουλειές, δηλαδή τσάπα, να βγάζουνε πατάτες, διάφορα τέτοια. Και για αυτό μαθαίνανε και μουσική. Και υπήρχε η Μουσική του Βίδου. Δηλαδή κάθε φορά που γινόταν επιτάφιοι εδώ πέρα στην Κέρκυρα οι οποίοι ήτανε μεγάλοι, οι πρώτοι που ερχόντανε 16:00 με 17:00, 17:00 με 18:00, δηλαδή μέχρι που να σουρουπώσει λίγο, έπαιζε και η Μουσική του Βίδου, που ήτανε αυτά τα παιδιά τα φυλακισμένα, αυτά τα παιδιά. Δηλαδή υπήρχε και αυτό στην Κέρκυρα, ήταν και οι φυλακές των ανηλίκων, δεν ήτανε τα ανήλικα να μπαίνουν στις φυλακές που είχαμε εδώ στην Κέρκυρα, ήτανε άλλες φυλακές αυτές, εδώ—

Στο νησάκι στο Βίδο, απέναντι.

Ναι, και ερχότανε και παιδιά από άλλα μέρη της Ελλάδος. Δεν ήταν μόνο από την Κέρκυρα παιδιά δηλαδή, ήτανε και παιδιά από Γιάννενα, από άλλα μέρη, ξέρω γω από ποια μέρη ερχότανε, πάντως βάζανε και παιδιά τέτοια μέσα.

Ήτανε χρόνια; Δηλαδή εσείς το θυμάστε;

Ναι, ήτανε πάρα πολλά χρόνια δηλαδή πριν γεννηθώ εγώ ας πούμε είχαν αυτές τις φυλακές και ήταν μέχρι το ’70-‘72 οι φυλακές αυτές. Δηλαδή και μετέπειτα είχαν κρατήσει αυτές τις φυλακές εκεί πέρα. Τα οποία ήτανε δωμάτια, κελιά, δεν ξέρω τι ήτανε, για να μη φεύγουν κιόλας τα παιδιά, τα φύλαγαν φυλακές άλλοι καλοί, άλλοι κακοί από αυτούς τους φύλακες. Και ήτανε και κάποια παιδάκια τα οποία εντάξει κάμανε προσπάθεια για να φύγουν από κει, να δραπετεύσουν αλλά πνίγονταν στο—

Υπήρχαν και τέτοια περιστατικά;

Υπήρχαν και τέτοια περιστατικά γιατί εντάξει, η θάλασσα είναι πολύ μακριά, ναι μεν την βλέπεις κοντά αλλά δεν είναι τόσο κοντά. Ας πούμε πρέπει να ξέρεις πάρα πολύ καλό κολύμπι και να μη σε πάρουν και είδηση ότι... Γιατί υπήρχαν οι κοιτώνες και πέρα που κοιμότανε τα παιδιά, τι τρώγανε τώρα δεν μπορώ να ξέρω. Μας είχανε πάρει μία φορά με το 1ο Δημοτικό σχολείο, ήταν παραμονές έτσι από Χριστούγεννα, δεν θυμάμαι, από ό,τι ήτανε και τους είχαμε πάρει κάποια δώρα, μπισκότα, καραμέλες, τέτοια πράγματα, τα οποία τα βγάλανε έξω και μπήκαμε και εμείς εκεί στην τραπεζαρία τους, ας πούμε, και τους πήραμε κάποια πράγματα.

Πώς ήταν αυτή η μέρα; Δηλαδή μπήκατε στο καραβάκι και πήγατε απέναντι;

Μπήκαμε στο καραβάκι και μας πήγαν απέναντι που ήτανε τα παιδιά αυτά. Εν τω μεταξύ ας πούμε αυτά τα παιδιά ερχόταν στο 1ο Δημοτικό, γιατί το 1ο Δημοτικό είχε χτιστεί από τον Βασιλιά τον Παύλο και όποτε είχανε μία σχέση. Δηλαδή ερχόντανε στις γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε εμείς τότε με χορευτικά και με γυμναστικές και με τέτοια, ερχόταν αυτά και παίζανε μουσική, τα παιδιά. Οπότε εμείς, σαν σχολείο, είχαμε μία πρόσβαση πιο μεγάλη και πηγαίναμε εκεί. Αυτή τη μοναδική φορά βέβαια εγώ θυμάμαι, δεν θυμάμαι άλλη φορά ότι μας πήρανε εκεί, με το καραβάκι. Πήγε η πέμπτη και η έκτη, όχι όλα τα παιδιά του σχολείου, τα μεγαλύτερα. Και είχαμε πάει και τα είχαμε δει και τους είχαμε πάρει κουλουράκια, τέτοια πράγματα, ας πούμε. Και θυμάμαι τα καημένα που ήταν εκεί πέρα, ξέρεις.

Θυμάστε πως ήταν εκεί πέρα ο χώρος; 

Εγώ θυμάμαι μία μεγάλη αίθουσα με ξύλινα τραπέζια τα οποία ήταν η τραπεζαρία τους, μια μεγάλη τραπεζαρία.

Segment 14

Η φτώχεια και οι συνθήκες στην παλιά Κέρκυρα

00:55:53 - 00:59:06


Καθώς επίσης έτσι ήτανε και το πρεβαντόριο που υπήρχε στην Κέρκυρα, που ήτανε τα παιδιά που δεν είχαν να φάνε, είχανε δεινοπάθεια, αρρωσταίνανε και τα παίρνανε στην Μπενίτσα. Και εκεί πήγαινε και η γιατρός κάθε μέρα, γιατί ήτανε τα περισσότερα από φυματικές οικογένειες. Και τα παιδιά αυτά έπρεπε να τα κοιτάξουνε μην έχουνε κολλήσει, να τους κάνουν τα εμβόλια, όλα αυτά τα πράγματα που δεν γινόντανε τότε, τα μαντού αυτά για να δουν αν έχεις φυματίωση, αν είναι το οτιδήποτε ας πούμε. Δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα. Υπήρχε το ΠΙΚΠΑ το οποίο έκανε μία δουλειά— πώς να σου πω;— για τους ανθρώπους τους άπορους. Πήγαινες, έκανες εκεί το εμβόλιο, οι γιατροί, υπήρχανε γιατροί να ζυγίσεις το παιδί σου να του κάνεις το εμβόλιο, δεν υπήρχαν οι παιδίατροι και εύκολο να πας να πληρώσεις τον παιδίατρο. Ούτε υπήρχε τότε ας πούμε με το ΙΚΑ, να έχεις ένα γιατρό του ΙΚΑ να σου δει το παιδί, αυτά γινήκανε μετά. Δηλαδή το ‘74 που γεννήθηκε η πρώτη μου η κόρη εμένα, τότε είχαμε τον παιδίατρο και πηγαίναμε και του κάναμε το εμβόλιο. Στη δική μου την εποχή πηγαίναμε στο ΠΙΚΠΑ, το ΠΙΚΠΑ είχε αναλάβει και μας δίνανε. Και επίσης μας δίνανε αυτό το γάλα σκόνη, το οποίο το ‘στελνε η Αμερική. Ένα γάλα το οποίο ήταν σκόνη αυτό το γάλα, το δίνανε σε πάρα πολλές οικογένειες, από μέσα από το ΠΙΚΠΑ και το δίνανε και στο σχολείο. Δηλαδή το πρωί, το κάθε παιδί, είχε κρεμασμένο στην τσάντα του ένα κύπελλο και η δασκάλα, η καθαρίστρια, το πρωί σου ‘λεγε: «Θέλεις γάλα;» και εσύ αν δεν είχες να πιεις σπίτι σου έπινες το γάλα αυτό. Τώρα γιατί και για ποιο δεν ξέρω, τα περισσότερα παιδιά είχε γεμίσει η κοιλιά του σκουλήκια, από αυτό το γάλα λένε ότι ήτανε, αυτό το γάλα σκόνη. Και μας χαρίζανε και ένα— πώς το λένε; — μεγάλο λατίνο ήτανε, δοχείο, το οποίο είχε αυτό το τυρί το κίτρινο. Και μας δίνανε μία φορά το μήνα ένα τέτοιο τυρί και μας δίνανε και αυτό το γάλα, στην Κέρκυρα, εκείνη την εποχή που πηγαίναμε εμείς στο σχολείο και είχε και αυτό. Μετά βέβαια σταματήσανε, γιατί ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να αναπτύσσεται και οικονομικά και διαφορετικά και δεν υπήρχαν πια τα γάλατα και τα συσσίτια. Στα χωριά όμως, τα αδέρφια τα δικά μου που ζούσαν στο χωριό τρώγανε και μεσημεριανό, στο σχολείο μέσα. Δηλαδή υπήρχε μάγειρας, ο οποίος μαγείρευε πλιγούρι, κοφτό, τέτοια πράγματα, σούπες, δηλαδή τα οποία τα παιδιά που οι γονείς τους κατεβαίνανε στα χωράφια και δεν είχανε να φάνε, παίρνανε με το ένα κατσαρολάκι και παίρνανε σπίτι και ο μάγειρας άμα αγαπούσε και κάποια οικογένεια που δεν είχε, γέμιζε περισσότερο, ας πούμε, και έδινε στα παιδιά.

Φτώχεια.

Υπήρχε φτώχεια, ναι, υπήρχε φτώχεια.

Segment 15

Τα εργοστάσια και η κερκυραϊκή παραγωγή

00:59:06 - 01:02:09


Όχι σε όλο τον κόσμο, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι ήτανε τότε το εργοστάσιο του Δεσύλλα, υπήρχανε 3-4 εργοστάσια που κάνανε μακαρόνια στην Κέρκυρα, δούλευε κόσμος μέσα. Υπήρχε του Δεσύλλα που κάνανε τα σχοινιά, κάνανε τα τσουβάλια, κάνανε όλα αυτά, δούλευε πάρα πολύς κόσμος. Σκέψου που αυτό το εργοστάσιο δούλευε 2 βάρδιες πρωί-απόγευμα. Επίσης το μακαρονοποιείο του Δαλιέτου, που ήτανε τότε και αυτό δούλευε πρωί απόγευμα. Δηλαδή βγάζανε πάρα πολλά κιλά μακαρόνια. Και υπήρχε και το εργοστάσιο, εδώ στο Μαντούκι, που είναι ακόμα η καμινάδα η ψηλή, το οποίο ήταν του Ζαφειρόπουλου και αυτό είχε μακαρόνια, πάλι έτσι μεγάλες. Πώς το λένε; Μεγάλες ποσότητες, έτρωγε όλη η Κέρκυρα, τα χωριά. Δηλαδή φέρνανε λίγα μακαρόνια αυτά τα ΑΒΕΖ και Misko τότε εκείνη την εποχή, είχαμε εδώ μακαρόνια που κάναμε εμείς, ας πούμε. Υπήρχε εργοστάσιο που έκανε σκούπες, υπήρχε εργοστάσιο που κάνανε... Υπήρχανε... Πώς το λένε; Εργοστάσια που κάνανε πάρα πολλά, σαπούνια. Υπήρχαν εργοστάσιο, είχαμε εργοστάσιο που έκανε τυρί: γραβιέρα Κερκύρας, διάφορα γάλατα τα οποία όπως έχουμε τώρα το φρέσκο γάλα, εμοιραζότανε σε πρατήρια το γάλα το φρέσκο της Κέρκυρας. Δεν φέρνανε γάλατα το ΦΑΓΕ ή το ένα ή το άλλο, είχαμε εδώ. 

Υπήρχε παραγωγή.

Υπήρχε παραγωγή. Το οποίο πήγαινε, ας πούμε, και το έπαιρνε αυτός, ΑΕΒΕΚ λεγόταν το γάλα αυτό που είχαμε τότε στην Κέρκυρα και πηγαίνανε το παίρναμε για το εργοστάσιο, το εργοστάσιο αυτό ήταν εδώ στου Βρυώνη, μεγάλο εργοστάσιο το οποίο έβγαζε γαλοτύρι, φέτα, γραβιέρα, διάφορα και προμηθευόταν από κει όλα τα μπακάλικα εδώ στην Κέρκυρα. Μπακάλικα είναι όπως είναι τώρα τα σούπερ μάρκετ; Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν μπακάλικα και τα συνοικιακά πήγαινες και με τα τεφτέρια. Είχες το βιβλιάριο και σου ‘γραφε: «Ένα κιλό μακαρόνια, 2 δραχμές ντομάτα». Ούτε έπαιρνες το κουτί τομάτα, έπαιρνες 2 δραχμές, κατάλαβες; Έτσι ζούσαμε στην Κέρκυρα τότε. Παίρναμε το αλάτι, μία λίτρα αλάτι ξέρω γω και βάζανε μεγάλα κουτιά και τα ‘χανε. Ρέγκες, ξέρω ‘γω; Και όλα ήτανε, ρύζι αυτά όλα σε τσουβάλι, δεν αγόραζες σφραγισμένο. Έπαιρνες μισό κιλό, μία λίτρα ξέρω ‘γω μακαρόνια, μία λίτρα ρύζι, μια λίτρα ζάχαρη, καφέ, τα παίρνανε όλα έτσι. 

Segment 16

Η Δικτατορία

01:02:09 - 01:19:06


Να σας ρωτήσω και κάτι ακόμη, λέγαμε πριν για τους κουμουνιστές. Θυμάστε εσείς την ημέρα που έγινε δικτατορία;

Ναι, τη θυμάμαι.

Θυμάστε που ήσασταν όταν—

Ναι, θυμάμαι που μάθαινα ράψιμο εκείνη την ημέρα. Θυμάμαι που ήμουνα γύρω στο 14 χρονών νομίζω ήτανε; Και μάθαινα ράψιμο και βγήκε η δασκάλα που κάναμε το ράψιμο και μας είπε: «Κορίτσια θα φύγετε απόψε γιατί κηρύχτηκε Δικτατορία, τέλος πάντων, ήτανε και σηκωθείτε και όπως είσαστε από δω θα φύγετε αμέσως σπίτι, δεν θα περιφερόσαστε στους δρόμους». Γιατί τότε υπήρχε εδώ η πιάτσα που κάνανε βόλτα τα κορίτσια για να δούνε κανένα αγόρι, ήτανε το κέντρο, ας πούμε. Και είπανε ότι: «Δεν θα σταματήσετε, γιατί ο στρατός έχει το δικαίωμα να σας πιάσει και να μην ξαναπάτε σπίτι σας», δηλαδή μας φόβισε κιόλας η δασκάλα και γυρίσαμε γρήγορα στα σπίτια. Και θυμάμαι το πιο έτσι περισσότερο από όλα, ότι οι ανθρώποι που ήτανε λίγο στο μάτι, δηλαδή και ο θείος μου —αυτός είναι ο θείος μου και η θεία μου που με μεγαλώσανε— είχε μία, η αστυνομία τον είχε λίγο στο μάτι γιατί όταν είχε έρθει εδώ πέρα ο Πασαλίδης που ήτανε τότε πρόεδρος της ΕΔΑ, μαζί με τον Ηλιού, ο θείος μου είχε πάει στην ομιλία τους. Και τους τσεκάρανε οι αστυνομικοί, ποιοι ήτανε εκεί και ακούσανε την ομιλία των κουμμουνιστών, του Πασαλίδη και του Ηλιού, ας πούμε. Και τον είχανε βάλει στο μάτι. Έκτοτε μάλιστα, ο θείος μου που είχε μπακάλικο, ερχόταν η αστυνομία κάθε μέρα και προσπαθούσε να του βρει λάθος: «Είναι λίγο ραγισμένο το μαχαίρι σου, 50 μεταλλικές, 60 μεταλλικές». Δηλαδή του κόβανε πρόστιμο για πράγματα τα οποία δεν ήτανε τόσο τραγικά, γιατί τον είχανε βάλει στο μάτι ότι ήτανε κουμμουνιστής. Λοιπόν και η θεία μου, γυναίκα του, αυτό το βράδυ έβαλε τις κουρτίνες με πινέζες να μην φαίνεται το φως απ’ έξω, για να μην μας χτυπήσουνε την πόρτα και πάρουνε τον θείο, εκείνο το βράδυ. Επίσης θυμάμαι πολύ έντονα, γιατί ο θείος μου παντού με έπαιρνε από το χεράκι, όπου ήτανε να πάμε. Λοιπόν τότε τα ζύγια δεν ήτανε ηλεκτρονικά. Έβανες ας πούμε τη λίτρα, έβανες και ένα εμπόρευμα που είχε και εκείνο μία λίτρα απάνω και έπρεπε το ζύγι να έρχεται ίδιο. Κάθε χρόνο έπρεπε να πηγαίνουμε στην αστυνομία τα ζύγια αυτά, να τα σφραγίζει η αστυνομία ότι ήταν έγκυρα, ότι δεν χάνουνε, να κλέψουμε τον κόσμο. Εάν δεν το ‘κανες αυτό το πράγμα, η αστυνομία είχε δικαίωμα να σου κόψει πρόστιμο, γι’ αυτό και φαινόταν σφραγίδα της αστυνομίας πάνω στα ζύγια, που είχανε τότε οι μπακάληδες, ας πούμε. Λοιπόν, και θυμάμαι ότι ο θείος με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε να σφραγίσουμε τα ζύγια. Και όσοι ήτανε στο μάτι της αστυνομίας ότι είναι κομμουνιστές, δεν τους τα σφραγίζανε αμέσως. Τους τα σφραγίζανε μετά από 2-3 μέρες, για να έχουνε κλειστό το μαγαζί να μην δουλεύουνε. Δηλαδή ήταν ένα είδος εκδίκησης με αυτόν τον τρόπο που σου λέω. Και θυμάμαι τον θείο μου που με έπαιρνε από το χεράκι και πηγαίναμε κάτω και δεν του το δίνανε το ζύγι αμέσως και του λέει: «Μα θα με κάνεις να κλείσω το μαγαζί μου -του λέει-. Δεν θα ‘χω το ζύγι, πώς θα ζυγίζω πράγματα;». Του λέει: «Τί να σου κάμω; Άμα θέλεις κάνουμε μια έμπρακτη μετάνοια, να πεις ότι δεν έχεις καμία δουλειά με τους κομμουνιστές και εμείς θα στο δώσουμε. Και που ‘σαι;- του λέει- Την επόμενη φορά που θα ‘ρθεις, θα φέρεις και το όπλο σου. Δεν θα πάρεις». Γιατί είχανε τουφέκια εμπροσθογεμή που πηγαίνανε για κυνήγι, οι άντρες του χωριού ας πούμε. Ο θείος μου ήταν από χωριό. «Αλλιώς δεν έχεις άδεια -του λέει- για το τουφέκι σου, αν δεν θα κάνεις τέτοια». Ο θείος μου θυμάμαι ότι δεν το είχε κάνει και εγύρισε σπίτι, ας πούμε, και είπε ότι: «Πρέπει να κρύψω και το τουφέκι». Και το είχε πάρει στο χωριό μάλιστα και το είχε κρύψει. «Γιατί μου είπε η αστυνομία ότι αν έρθει στο σπίτι και μου βρει το τουφέκι, θα με πάρουνε και μένα» πώς το λένε. Και όντως ας πούμε δεν ήθελε να δώσει ο κακομοίρης, είχανε περάσει και τα χρόνια, ήτανε μεγάλος, και... Επίσης θυμάμαι ότι μία φορά για να ομολογήσουνε, είχε ένα φίλο ο θείος μου, ο οποίος ο γιος του ήτανε γιατρός και λεγότανε Κουλούρης εις το επώνυμο εκείνος. Και ήταν άκριοι φίλοι, είχανε πάει σε κάποια ομιλία που είχε έρθει τότε της ΕΔΑ, γιατί η ΕΔΑ ήταν ο πυρήνας των κομμουνιστών τότε, εκείνη την εποχή. Και για να τους κάνουν να ομολογήσουν, τους δίναν όλη νύχτα καθαρτικό. Και αυτοί είχανε λιώσει όλη την νύχτα χωρίς νερό, βέβαια δεν είχε κρατήσει πολύ το μαρτύριό τους, είχε κρατήσει νομίζω 48 ώρες, οι οποίοι εκεί πέρα που τα κάνανε, εκεί πέρα μένανε αυτά τα πράγματα, έτσι; Δεν μπορούσανε, δεν είχανε τουαλέτα για να πάνε και τέτοια. Και όταν είχε πάει η θεία μου για να τον επάρει από κάτω από την αστυνομία— η Αστυνομία Πόλεων που ήτανε εδώ στην Κέρκυρα μέσα, όπως πάμε στην λεωφόρο Αλεξάνδρας, εκεί ήταν η αστυνομία— νόμιζε ότι θα της πέσει κάτω. Αφού, τότε κιτρινίζανε οι ανθρώποι και λέγανε ότι έχουνε: «Την χρυσή» μια αρρώστια που σε έπιαναν κάτι σαν αναιμία, ας πούμε, και την λέγανε: «Τη χρυσή». Και του έλεγε η θεία μου: «Κώστα μου αρρώστησες; Τι έχεις;». Και αυτός ο φίλος του το ίδιο, ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος πανύψηλος, ήτανε τότε 2 μέτρα αυτός ο άνθρωπος. Ο οποίος είχε, δηλαδή ήταν ο άνθρωπος αυτό και λέει: «Θα έρθεις -του λέει- σπίτι μου - η θεία μου- να σου πλύνω το παντελόνι» γιατί ήταν ο κακομοίρης σε κακό χάλι και αυτός. Και της λέει: «Όχι Τασία μου, δεν θα ‘ρθω, γιατί είμαι τόσο βρώμικος». Του λέει «Με την λεκάνη», δεν υπήρχανε τότε μπάνιο. Στην λεκάνη κάναμε νερό. Εβράζαμε νερό και έτσι πλενόμαστε. Και του λέει: «Όχι, θα σας βράσω νερό και θα ‘ρθετε ο ένας στον άλλονε να ρίχνει με το κουβαδάκι, ας πούμε, νερό για να πλυθείτε. Πώς θα πάτε -λέει- έτσι στο χωριό;». Και η θεία μου η κακομοίρα έκατσε και τους έπλυνε και τα ρούχα και αυτουνού του φίλου και θυμάμαι κι αυτό πολύ συγκεκριμένα το θυμάμαι, τότε. Αυτό ήτανε όταν είχε γίνει, που είχε κηρυχτεί ας πούμε η Χούντα. 

Γενικά υπήρχε φόβος, ας πούμε, στον δρόμο δηλαδή κυκλοφορούσανε—

Ναι.

Αστυνομίες, στρατός;

Ναι, υπήρχε.

Υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας;

Ναι, ναι, υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας, τις πρώτες μέρες βέβαια αλλά δεν τόλμαγες και να μιλήσεις. Ούτε πηγαδάκια να κάτσεις να συζητήσεις πολιτικά, έφευγες, δεν υπήρχανε δηλαδή, 2 άτομα, 3 το πολύ. 4, 5 άτομα όχι. Και ερχόταν ένας ο κακομοίρης από τους Καλαφατιώνες, ένα χωριό το οποίο αυτό βγάζει πάρα πολύ ωραία πατάτα. Και του 'ρθε να του πει, να πει ο ένας στον άλλον: «Ρε έβγαλα μία πατάτα στο κεφάλι του Παττακού». Και τον εμάσανε και τον επήρανε στην αστυνομία γιατί είπε: «Το κεφάλι του Παττακού».

Τι λέτε τώρα;

Ναι.

Δηλαδή γινόντουσαν τέτοια έτσι;

Ναι, ναι. Γινότανε τότε τέτοια ας πούμε γινόταν, αυτό το συγκεκριμένο, το οποίο ήτανε και κωμικό, γιατί ο άνθρωπος δεν το είπε για να κατηγορήσει. Είπε ότι ήταν πολύ ωραία η πατάτα του σαν το κεφάλι του Παττακού. Και το άκουσε κάποιος και τον εκατέδωσε και τον επήραν στην αστυνομία. Λέει: «Ρε παιδιά -λέει- το ‘πα αστείο, δεν έχω, είμαι βασιλόφρων, είμαι τούτο, είμαι εκείνο, είμαι τ’ άλλο, το ‘πα έτσι, αστεία.» Αλλά όμως που τον επήρανε κει κάτω και του κάνανε ανάκριση. Υπήρχε φοβία πάρα πολύ μεγάλη, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Είχανε βάλει 2 φορές φωτιά στα γραφεία των Λαμπράκηδων που ήτανε μέσα στην πιάτσα αυτό και τότε γυρνούσανε, υπήρχε νεολαία που είχε βάλει εδώ πέρα μία καρφίτσα με το Ζ, «Ζει ο Λαμπράκης, ζει», όταν είχανε σκοτώσει τον Λαμπράκη, τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Και αυτό εκεί πέρα ενώ ήταν σπίτια από κάτω που μένανε, ναι μεν πάνω ήταν τα γραφεία αλλά από κάτω ήταν σπίτια, εβάλανε φωτιά. Και είχαν κάψει τότε τα γραφεία αυτά εκεί πέρα. Βέβαια εντάξει επέμβηκε η πυροσβεστική και δεν έγινε από κάτω, αλλά θα καιγόταν ο κόσμος λαμπάδα, γιατί τούτα τα σπίτια όλα είναι ξύλινα. Όπως όταν ρίχνανε τις βόμβες οι Γερμανοί, πιάνανε οι στέγες από πάνω, γιατί είναι όλα ξύλα. Έτσι και τότε, ας πούμε, δηλαδή αν πέσει μία φωτιά τελείωσε, κάηκε όλο το τετράγωνο εδώ.

Θυμάστε να φοβάστε δηλαδή, να έχετε ανασφάλεια.

Ναι, δηλαδή θυμάμαι τότε που σχολάγαμε από το ράψιμο εμείς έτσι πιο μεγάλα παιδιά πια, δεν ήμαστε στο δημοτικό δηλαδή, είχαμε φύγει από κει ότι δεν μπορούσαμε να περάσουμε από εκείνη τη πιάτσα γιατί ήταν οι Λαμπράκηδες από πάνω και φοβόμαστε μην πάει και μας δούνε, μη πάει και πούμε κάτι και πούνε: «Να, τις είδαμε που περνούσανε από εκεί». Και μας απαγόρευαν και το σπίτι μας «Δεν θα περνάτε από κει γιατί έχουμε μία άσχημη κατάσταση». Ο θείος μου βέβαια μου είχε εξηγήσει και βέβαια μου ‘λεγε και το καθιερωμένο: «Θέλεις να με πάρουν από ‘δω το σπίτι;» και βέβαια εγώ έτρεμε η ψυχή μου, γιατί για εμένα ήταν ο πατέρας μου, η μάνα μου, τα πάντα μου όλα, ο Θεός μου. Και βέβαια άρχισα να σιχαίνομαι και την αστυνομία, γιατί μου κακοποιούσανε το πρότυπο του πατέρα. Αυτός ήτανε για μένα ο πατέρας μου και όταν εγώ έβλεπα ότι μου κακοποιούν έναν άνθρωπο τέτοιον με κάνανε να μην έχω εμπιστοσύνη στον αστυνομικό. Που μπορεί να ήτανε και καλός άνθρωπος, δεν λέω ότι όλοι είναι —πώς το λένε; προς Θεού— να είναι και πολύ καλός άνθρωπος. Όμως εγώ αφού έβλεπα και μου ταλαιπωρούσαν το θείο μου, πίστευα ότι... Ξέρω γω; Τότε με το μαγαζί θυμάμαι, 500 μεταλλικές, τον έκαμαν και το έκλεισε το μαγαζί όμως.

Το ‘κλεισε λόγω—

Λόγω του ότι τον έπιαναν όλη την ώρα με κάτι. Δηλαδή, ξέρω ‘γω, είχε απάνω το τουλουπάνι που σκέπαζε τα ζυμαρικά ή τα τέτοια ήταν τσαλακωμένο, ήταν λίγο στην άκρη έτσι, φαινότανε, θα έμπαινε μία μύγα, θα ‘κανε αυτό και του κόβουνε πρόστιμο. Δηλαδή είχε κάθε μήνα μία δικαστική ξέρω ‘γω αντιπαράθεση εκεί κάτου με τόσες μεταλλικές, τόσες μεταλλικές. Τον εκάμανε, τον εδιαλύσανε τον άνθρωπο.

Θυμάστε εσείς περιστατικά αντίστασης, ας πούμε, με προκηρύξεις ή διάφορα να είχανε συμβεί θυμάστε;

Ναι, με προκηρύξεις θυμάμαι γιατί μετά ας πούμε—

Αντιστεκότανε δηλαδή, ο κόσμος;

Ναι, αντιστέκονταν, δηλαδή υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι το παλεύανε όσο μπορούσαν. Είχε έρθει θυμάμαι τότε ο Λεωνίδας ο Κύρκος εδώ, στην Κέρκυρα. Είχανε φύγει πια από εκεί την πιάτσα και είχαν έρθει εδώ πέρα που είναι τώρα το «Σαρόκο», που είναι εδώ τα φαρμακεία που μου είπες. Λοιπόν και θυμάμαι ότι τότε είχαν ρίξει πάρα πολλές προκηρύξεις και για την αστυνομία και για—

Στην πλατεία εκεί, στο «Σαρόκο»;

Στην πλατεία εκεί στο «Σαρόκο», ναι. Και εκεί είχανε κάνει και ομιλία ας πούμε, ο Κύρκος, αυτοί κάνανε ομιλία από κει το μπαλκόνι που μπορούσαν, αλλά ξέρεις τι; Ο κόσμος ήταν πάρα πολύ φοβισμένος. Γιατί σε διώχνανε και από τη δουλειά. Δεν ήτανε μόνο ότι σε μαζεύανε και μπορεί να σου τις βρέχανε, σε διώχνανε από τη δουλειά. Και ο κόσμος μετά από τον πόλεμο, 10 χρόνια μετά, 15 χρόνια μετά, προσπαθούσε, είχε κάμει οικογένεια, το παιδί του να το στείλουνε, να το στείλει να σπουδάσει, να ζήσει μία ώρα καλύτερα από τη δική του, και φοβότανε ο κόσμος. Δηλαδή ήτανε λίγοι αυτοί οι οποίοι αντιστεκόντανε και κάνανε μία αντίσταση, ας πούμε, τότε έτσι ό,τι μπορούσαν να κάμουν ας πούμε. Οι περισσότεροι δεν, δηλαδή ας πούμε του ‘λεγες καποιανού: «Πάμε ρε να ρίξουμε ένα τοίχο, να κολλήσουμε να βάλουμε αφίσες, να κάνουμε κάτι». Και σου ‘λεγε: «Όχι, γιατί αν μας πιάσουνε τι θα γίνει; Τα παιδιά μου τι θα γίνουνε;». Ήταν λίγοι αυτοί που τους παίρνανε, ας πούμε, στη φυλακή ή οπουδήποτε και δεν τους ενδιέφερε.

Φοβόταν ο κόσμος.

Ναι.

Να σας ρωτήσω, τις ημέρες του Πολυτεχνείου τις θυμάστε; Όταν είχε—

Ναι.

Δηλαδή ακούγατε ας πούμε ραδιόφωνο; Πώς την θυμάστε αυτή την μέρα που κλείστηκαν οι φοιτητές;

Θυμόμαστε, δεν υπήρχε τηλεόραση σε όλα τα σπίτια αλλά υπήρχαν κάποια σπίτια που είχανε τηλεόραση και όποιος είχε ας πούμε φιλία πήγαινε και έβλεπε ας πούμε κάποια πράγματα εκεί με το τι γινόταν. Το οποίο δεν ήταν η ενημέρωση κανονική έτσι; Λέγανε αυτά που θέλανε να πούνε και αυτά που θέλανε να βγούνε.

Το κρατικό κανάλι;

Ναι, το κρατικό. Βέβαια, ο θείος έπιανε Μόσχα. Είχε ένα ραδιόφωνο το οποίο το έχω ακόμα πάνω το ραδιόφωνο αυτό και το οποίο βέβαια έπιανε Μόσχα. Και έλεγε ας πούμε ότι: «Στην Ελλάδα γίνεται αυτό, γίνεται αυτό» και από κει μαθαίναμε άλλα πράγματα βέβαια. Δεν μαθαίναμε αυτά που γινόντανε, τις αλήθειες. Εγώ τώρα μαθαίνω που βάζω ένα κανάλι το 3, την ΕΡΤ3 της Θεσσαλονίκης και μιλάνε κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι έζησαν πραγματικά εκεί, είναι μεγάλοι άνθρωποι τώρα, τότε. Και εκείνο που θυμάμαι είναι ότι μετά από αυτά που είχανε γίνει, είχαν έρθει κάποιοι φοιτητές που ήταν στην Αθήνα τότε και ήτανε μέσα στο Πολυτεχνείο κλεισμένοι. Και κάποιοι είχαν γυρίσει, είχαν έρθει τότε στην Κέρκυρα και κάποιοι τους βρίζανε: «Κάματε τη δουλειά σας και ήρθατε τώρα. Και πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Και τί θα γίνει; Και τί θα κάνουμε;». Γιατί δηλαδή κάποιοι ήταν υπέρ των παιδιών και κάποιοι όμως τους βρίζανε πάρα πολύ άσχημα. Και θυμάμαι ένανε που είχαμε εδώ πέρα στην Κέρκυρα ο οποίος δεν ήτανε ούτε έτσι, ούτε έτσι, ήτανε όπου σε παίρνει το κύμα που λέμε, δεν ήταν κανένας άνθρωπος ο οποίος πραγματικά είχε δώσει πάλη, ξέρω γω, κτλ. Και τον έβριζε ο πατέρας του και του 'λεγε: «Κοίταξε κακομοίρη, που τελειώνεις, ας πούμε, πολιτικός μηχανικός και δεν θα 'ρθει κανένας, αν μάθει ότι εσύ ήσουνα στο Πολυτεχνείο. Θα πεις ότι εσύ ήσουνα σπίτι σου εκείνη την ημέρα, όχι ότι ήσουνα στο Πολυτεχνείο». Αυτές τις μέρες που είχανε κλειστεί, ας πούμε. Βέβαια είχε γίνει λίγο είδωλο η Δαμανάκη σε μας εδώ πέρα, είχαμε ακούσει ας πούμε κάποια πράγματα, αλλά ξέρεις όχι, τα κρατικά και αυτά που έπρεπε να ακουστούνε. Εμείς ενημερωνόμαστε από το ραδιόφωνο της Μόσχας ας πούμε και ακούγαμε κάποια πράγματα, αλλά κρυφά και σιγά ε; Να μην ακούει άλλος δίπλα.

Θυμάστε την ημέρα που τελείωσε η Χούντα, που έπεσε;

Ναι, τα θυμόμαστε, ναι.

Δηλαδή πώς νιώσατε; Τι έκανε ο κόσμος, βγήκε στους δρόμους, πώς ήταν;

Βγήκαν στους δρόμους, κάποιοι με τα αυτοκίνητα, κορνάρανε, δηλαδή είχε γίνει χαμός, χαμός.

Segment 17

Επί ΠΑ.ΣΟ.Κ.

01:19:06 - 01:21:30


Και θυμάμαι επίσης και όταν είχανε φέρει τον Καραμανλή, που φέρανε τον Καραμανλή και είπε: «Ήρθε, έρχεται ένας ηγέτης», και έτσι. Βέβαια κάποιοι οι οποίοι ήτανε λίγο προς την αριστερά, γιατί είχε πει μία φράση τότε ο Καραμανλής ότι: «Αν δεν με ψηφίσετε, τότε γιατί με φέρατε από το Παρίσι;», είχε πει ο γέρος ο Καραμανλής, τότε. Και θυμάμαι που λέγανε εδώ πέρα στην Κέρκυρα ότι: «Ακόμα δεν ανέβηκε -λέει- μας απειλεί;». Βέβαια όταν είχε κατέβει μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου η Κέρκυρα είχε πάρει 60%, ε; Είχε πάρει πολύ μεγάλο ποσοστό, ήτανε πολύ φιλο-ΠΑΣΟΚ εδώ η Κέρκυρα. Βέβαια εντάξει, είχε χώσει και αυτουνούς… Πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι και δημόσιοι υπάλληλοι και δημόσιοι υπάλληλοι, είχαμε καταντήσει να ‘μαστε όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Εντάξει δηλαδή απ’ το ένα είχε πάει μετά στο άλλο. Ούτε και αυτό ήταν ωραίο, γιατί είχε μάθει ο κόσμος σε ένα τεμπέλικο αυτό, δηλαδή δεν ήταν μόνο αυτοί που άξιζαν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι, κατά τη γνώμη μου πάντα, αλλά θυμάμαι ότι μετά οποίος είχε ρουσφέτι έμπαινε δημόσιος υπάλληλος. Ούτε και αυτό ήταν ωραίο. Δεν ήτανε καλό. Γιατί πρέπει να υπάρχει μία ισομετρία, δεν μπορεί να είναι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, να δουλεύουν 10 άτομα για να ζούνε 20 γιατί πέφτει και η οικονομία. Δηλαδή, αν θες να δώσουνε και σε τέχνες και σε επιστημονικές έρευνες και εδώ και εκεί χρήματα για να μπορεί ο κόσμος, εχώνανε κόσμο αυτό. Άσε που με το παραμικρό παίρνανε σύνταξη, με 3.000 ένσημα ήσουνα πλουσιοπάροχο και έπαιρνες σύνταξη, δεν είναι έτσι. Ή αιώνιος φοιτητής, φτάνανε 30-35 χρονών και ήταν ακόμη φοιτητές, ούτε και αυτό είναι ωραίο. Πρέπει να μπαίνουνε οι άνθρωποι οι οποίοι που αξίζουν να μπούνε. Όχι οι άνθρωποι [Δ.Α.] και άγουροι, όλοι να μπούνε. Κατά την άποψή μου πάντα. Γιατί εμείς δουλεύαμε.

Segment 18

Προσωπικές απόψεις για εργασία

01:21:30 - 01:27:02


Εγώ σήμερα είμαι 69 χρονών και δεν λέω, πώς το λένε, δεν μπορώ να δουλέψω γιατί είμαι συνταξιούχα και θα μου κόψουν τη σύνταξη και παίρνω 450 ευρώ μετά από τόσα χρόνια δουλειά. Γιατί κάποιος άλλος με αδίκησε και τρώει με 10 μάγουλα, γιατί; Ούτε και μπορούσα να τον εκαταδώσω, γιατί μετά δεν έβρισκες δουλειά. Δηλαδή έτσι και έλεγε αυτός ότι: «Ξέρεις, επήγε στον επόπτη εργασίας η Χαλιδιά και είπε ότι εγώ της κάνω έτσι με τα ένσημα», μεταξύ τους κάνανε κονέ. «Ξέρεις, εμένανε με πρόδωσε αυτή, μην την πάρεις στη δουλειά». Υπήρχε και αυτό. Ο κόσμος φοβότανε, δεν πήγαινε να πει κάτι ας πούμε, αδικούντανε και έτρωγε την αδικία. Θα μου πεις όλοι; Όχι όλοι, κάποιοι δεν ενδιαφέρονταν και δεν… Εγώ ήμουνα δειλός χαρακτήρας, είχα από πίσω μου δύο παιδιά, έπρεπε να δουλέψω για τα παιδιά μου, να τα σπουδάσω, να τα μορφώσω, να φάνε ένα κομμάτι ψωμί αυτά καλύτερα από μένα, έτσι σκεφτόμουνα εγώ. Είναι κι άλλοι οι οποίοι σου λένε: «Δεν με ενδιαφέρει, εγώ θα τους καταδώσω και ας κάμουν ό,τι θέλουνε».

Έτσι είναι. Κυρία Ρούλα να σας ρωτήσω και κάτι τελευταίο για να κλείσουμε. Σε κάποιον ας πούμε έτσι που σας ακούει χρόνια μετά, τι θα λέγατε; Τι θα μοιραζόσασταν από αυτά που έχετε ζήσει;

Εγώ εκείνο που θα μοιραζόμουνα είναι ότι τα πάντα στον άνθρωπο πιστεύω ότι είναι η δουλειά. Δηλαδή ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να δουλεύει, δεν μπορεί να περιμένει και ιδίως οι γυναίκες οι οποίες ήταν μέχρι τώρα, την εποχή τη δική μου ήτανε δευτέρας κατηγορίας πολίτες. Και μετά σου τυχαίνει μία στραβή, είτε χωρίζεις, είτε οτιδήποτε και δεν μπορείς να κάνεις τα χέρια σου να τα απλώσεις για να κολυμπήσεις. Πρέπει να μάθεις να ‘σαι ανεξάρτητη είτε επειδή είσαι σπουδαγμένη, είτε επειδή είσαι κομμώτρια, είτε επειδή είσαι μοδίστρα, είτε επειδή είσαι μηχανικός, οτιδήποτε, θα μάθεις να έχεις τη δική σου τη δουλειά, θα είσαι ανεξάρτητη. Όποιος και να βρεθεί μπροστά σου θα τονε σεβαστείς, γιατί θα 'ναι ο άνθρωπος σου που θα κάνεις παιδιά, θα κάνεις οικογένεια, δεν λέω όχι, αλλά όχι να είσαι κάτω από αυτόνε, όχι. Δηλαδή, είναι κάτι που για μένα είναι Ευαγγέλιο. Και προσέχεις τη ζωή σου και την υγεία σου, διότι εγώ απέκτησα ζάχαρο διότι δεν έτρωγα σωστά. Έφευγα από τη μία δουλειά να πάω στην άλληνε, με ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι και ένα τυρί. Και αυτή η δουλειά γινότανε χρόνια, τρεις δουλειές και τα παιδιά μου από κοντά να μην βρω νυχτερινή δουλειά και τα αφήσω μόνα τους και μου παρασυρθούνε ή μου πάρουνε ένα στραβό δρόμο. Δηλαδή τα ‘δινα όλα για τους άλλους και για τον εαυτό μου τίποτα, με αποτέλεσμα μετά από τόσα ψωμιά και μετά από τόση κακή διατροφή που έκανα, να αποκτήσω ένα ωραίο ζάχαρο. Ενώ αν έλεγα: «Όχι, δεν θα ‘ρθω τις 15:00 που μου λες, θα ‘ρθω τις 17:00, να φάω και τη σαλάτα μου να φάω και αυτά. Αν θέλεις, αν δεν θέλεις πήγαινε στην παρακάτω γειτονιά». Αλλά για να μη στερηθούνε τα παιδιά μου δούλευα, σχόλαγα από τη σχολή τουριστικών επαγγελμάτων 15:00, 15:30 και 16:00 έπιανα την άλλη τη δουλειά. Δεν είναι σωστά αυτά τα πράγματα, δηλαδή καταπονείς τον εαυτό σου και κάποια στιγμή κάνεις χειρότερο κακό στα παιδιά σου, γιατί ούτε αυτό είναι σωστό. Δηλαδή όλα πρέπει να είναι με μέτρο. Η δουλειά ναι, πρέπει να δουλεύεις και να ‘σαι ανεξάρτητη. Δεν το συζητάω, αλλά όχι αυτές οι υπερβολές που δουλεύαμε εμείς από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και μετά το βράδυ έπιανα γαζώματα και γάζωνα μέχρι τσι 03:00 τη νύχτα και 06:00 έπρεπε να σηκωθώ. Δεν είναι, δεν είναι ούτε το ένα σωστό ούτε το άλλο, πρέπει να υπάρχει μέτρο. Δηλαδή για μένανε, ο κόσμος πρέπει να έχει μέτρο και δουλειά. Ούτε και αυτή η τεμπελιά. «Παίρνω το επίδομα και κάθομαι. Παίρνω το επίδομα, τη σύνταξη της γιαγιάς και κάθομαι». Και βλέπεις κάτι παλικάρια μέχρι εκεί πάνω και δεν δουλεύουνε. «Μα δεν βρίσκω δουλειά», μα ψάξε να βρεις δουλειά. Αυτό έχω να πω εγώ σαν Ευαγγέλιο, αυτό έχω να πω.

Ανεξαρτησία.

Ανεξαρτησία οπωσδήποτε και ιδιαίτερα οι γυναίκες. Δεν ξέρω αν άκουσες; Αν θες να κλείσουμε είναι—

Αν θέλετε εσείς να μου πείτε εσείς κάτι άλλο;

Όχι, όχι, δεν θέλω να πω.

Έγινε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ, μας έχετε πει πάρα πολύ ωραία πράγματα.

Ευχαριστώ και εγ

 

Αναζήτηση

Corfu Museum

Corfu Museum….τι μπορεί να είναι αυτό;

Θα το έλεγα με μια λέξη…. Αγάπη! Για ένα νησί που το γνωρίζουμε ελάχιστα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ότι δεν το γνωρίζουμε. Στόχος λοιπόν είναι να το γνωρίσουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε, μέσα από το χθες και το σήμερα, γιατί αλλιώς πως θα το αγαπήσουμε; Αγαπάω ατομικά και ομαδικά έχει επακόλουθο…. φροντίζω….. μάχομαι… και σέβομαι. Αγάπη προς την Κέρκυρα είναι το Corfu Museum και τίποτε άλλο.

Μετρητής

Articles View Hits
4807595